Άρθρο της Γ. Αγγελοπούλου στην Huffington Post: Σκέψεις για την Αμερική από την Ελλάδα

Όταν έβγαλα το βιβλίο μου My Greek Drama, τον Μάιο που μας πέρασε, πολλοί με ρώτησαν γιατί εκδόθηκε πρώτα στις ΗΠΑ. (Έκτατε, κυκλοφόρησε μια ευρύτερη και πιο πρόσφατη εκδοχή του βιβλίου μου με τίτλο “Γιάννα” στην Ελλάδα).

Η απάντησή μου ήταν πως ήθελα να μάθουν στην Αμερική μερικά πράγματα για τον τρόπο που σκεφτόμαστε στην Ελλάδα, για τους Έλληνες και το Ελληνικό “δαιμόνιο”.

Πάντα αισθανόμουν μια ιδιαίτερη σύνδεση με την Αμερική, για τις ευκαιρίες που παρέχει η χώρα αυτή. Όταν ο παππούς μου δούλεψε στα χαλυβουργεία στην Ιντιάνα, μπόρεσε να χαρίσει στην οικογένειά του μια καλύτερη ζωή όταν πλέον επέστρεψε στην Κρήτη, στον τόπο του.

Όταν λοιπόν δρομολόγησα ένα ταξίδι [book tour] σε πολλές πόλεις των ΗΠΑ για να προωθήσω το βιβλίο μου – που ολοκληρώθηκε αρχές Ιουνίου – στόχος δεν ήταν μόνο η προώθηση καθεαυτή.

Είχα και την απροσδόκητη ευκαιρία να κατανοήσω τι κάνει την Αμερική τόσο μοναδική. Μπορεί να μην θεωρώ τον εαυτό μου έναν σύγχρονο Ντε Τοκβίλ, όμως θα ήθελα να προσφέρω εδώ κάποιες δικές μου μαρτυρίες για την Αμερική που γνώρισα στην διάρκεια αυτού του ταξιδιού.

Μετά από πολλές προσκλήσεις που αποδέχθηκα για να παρουσιάσω το βιβλίο μου στην Washington D.C., το ταξίδι μου ξεκίνησε για τα καλά στο Pittsburgh, όπου είχα την ευκαιρία να δεχθώ προσφώνηση από τον Δήμαρχο (μάλιστα, η 28η Μαρτίου ήταν η ημέρα της Πρέσβεως Γιάννας Αγγελοπούλου στο Πίτσμπουργκ!) και να συναντηθώ με την υπέροχη και τόσο στενά δεμένη Ελληνοαμερικανική κοινότητα στην πόλη αυτή.

Βλέποντας τα τραίνα που μεταφέρουν κάρβουνο αλλά και γενικά την κληρονομιά της χαλυβουργίας, αισθάνθηκα να συνδέομαι άμεσα με την ζωή που έζησε κοντά στο Pittsburgh ο παππούς μου, όσο κι αν η πόλη – αργότερα – αναπτύχθηκε και βρέθηκε να είναι ένα κέντρο ιατρικής, παιδείας και καινοτομίας.

Το ταξίδι μου έκλεισα με στάσεις στο San Francisco και το Seattle, πόλεις που περισσότερο συνδέονται με την υψηλή τεχνολογία παρά με την χαλυβουργία.

Στο ενδιάμεσο, επισκέφθηκα τη Tampa, την Atlanta, το Σικάγο, το Λος Άντζελας, την Βοστώνη, την Φιλαδέλφεια και την Νέα Υόρκη [σημ. επισκέφθηκα και την Ελληνική κοινότητα στο Τορόντο στον Καναδά].

Κάθε πόλη παρουσίαζε την δική της αρχιτεκτονική, τη μορφολογία της, τα “εικονικά” της σημεία, την ιστορία της – πράγματα που πάντα βρισκόταν κάποιος πρόθυμος να μοιραστεί μαζί μου, και την οποία πάντα ήθελα να μάθω. Το San Francisco μου θύμισε αληθινά Ευρωπαϊκή πόλη, και είναι μια από τις πιο όμορφες πόλεις που έχω επισκεφθεί.

To Seattle το αισθάνθηκα να είναι σαφώς στραμμένο προς την Ασία, πράγμα που δεν το συνειδητοποιείς αν δεν επισκεφθείς τις ΗΠΑ. Η Tampa, πάλι, έχει μιαν ενδιαφέρουσα σύνδεση με την Ελλάδα: το Tarpon Springs είναι ένας τόπος όπου οι μετανάστες Έλληνες σφουγγαράδες μπόρεσαν να ασκήσουν το παραδοσιακό επάγγελμα της πατρίδας τους.

Άρχισα να απορώ, πώς μια χώρα που συναποτελείται από τόσες και τόσο διαφορετικές γεωγραφικά και πολιτιστικά πόλεις μπορεί αληθινά να λειτουργεί σαν μια εναία χώρα.

Τώρα, που είχα πια την ευκαιρία να σκεφτώ τι μου άφησε το ταξίδι μου, νομίζω πως έχω σχηματίσει μιαν ιδέα γι αυτό.

Tους Αμερικανούς τους ενώνει η επιθυμία να βελτιώνουν καταστάσεις που τις θεωρούν μη-αποδεκτές. Και κάθε Αμερικανός που συνάντησα πιστεύει πως όλοι τους έχουν την δύναμη να διαδραματίζουν ρόλο σ’ αυτήν την προσπάθεια βελτίωσης.

Σ’ όλη την διάρκεια του ταξιδιού για την προβολή του βιβλίου μου, με εντυπωσίασε πόσο συχνά συναντούσα Αμερικανούς που ρωτούσαν «Πώς μπορώ να βοηθήσω την Ελλάδα;»

Το ερώτημα δε αυτό δεν προερχόταν μόνο από όσους έχουν Ελληνική καταγωγή, αλλά απ’ όλους. Και, πραγματικά, κάθε τόσο κάποιος προσέφερε μια ιδέα για το πώς θα μπορούσε να βοηθηθεί η Ελλάδα [σημ. λόγω της οικονομικής κρίσης].

Μπορεί αυτό σ’ έναν Αμερικανό να φαίνεται αυτονόητο, όμως για μένα υπήρξε αποκάλυψη. Ένα από τα πράγματα που προσπάθησα να πετύχω, προκειμένου να διασωθούν οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας, ήταν αυτό ακριβώς: να κάνω τους ανθρώπους να συμφιλιωθούν και να αποδεχθούν τον δικό τους ρόλο, να δεχθούν την δύναμη που είχαν οι ίδιοι προκειμένου να δημιουργήσουν την Ελλάδα που ήθελαν να δουν μπροστά τους.

Στις ΗΠΑ, δεν υπάρχει ανάγκη να θυμίζεις στους ανθρώπους τον ρόλο ή την δύναμη που έχουν, να δημιουργήσουν το μέλλον που επιθυμούν. Μπορεί να είναι ένα στοιχείο που έχει χαραχθεί στο DNA τους, ένας πόθος να ανταποκριθούν στο κάλεσμα των Ιδρυτών τους [Founding Fathers] για δημιουργία «μιας τελειότερης Ένωσης».

Κλείνω το βιβλίο μου με τα λόγια του συμπατριώτη μου Κρητικού Νίκου Καζαντζάκη, που έγραφε: «Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, μονάχος μου θα σώσω τον κόσμο. Αν χαθεί, εγώ θα φταίω».

Αυτή είναι η στάση που είδα όταν έκανα το ταξίδι μου στις ΗΠΑ. Και μολονότι έφυγα από την χώρα αυτή με βαθιά ευγνωμοσύνη που οι Αμερικανοί έκαναν το βιβλίο μου best seller, έφυγα με ακόμη μεγαλύτερη ευγνωμοσύνη για το δίδαγμα του τι μπορεί κανείς να ζητήσει και να πετύχει – ένα δίδαγμα που τώρα θέλω να μοιραστώ στην Ελλάδα.



Σχόλια