«Έτσι με εκβίαζαν»

Γράφουν οι Πέτρος Κουσουλός και Άγγελος Νικολόπουλος

Στοιχεία-φωτιά σχετικά με την υπόθεση του καταγγελόμενου εκβιασμού της επιχειρηματία Μ.Α., περιέχονται στην δικογραφία την οποία αποκαλύπτει το ereportaz.gr.  Από τις έξι συνολικά προανακριτικές καταθέσεις της 36χρονης γυναίκας προκύπτουν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες πληροφορίες για το παρασκήνιο που οδήγησε στις συλλήψεις των πέντε κατηγορουμένων και την παραπομπή τους σε ειδικό ανακριτή.Υπενθυμίζεται ό, τι μετά την απολογία τους οι δυο δικηγόροι και ο τμηματάρχης του ΣΔΟΕ αφέθηκαν ελέυθεροι με περιοριστικούς όρους και καταβολή εγγύησης 200.000 ευρώο μεσάζων με εγγύηση 100.000 ευρώ και ο αστυνομικός ελεύθερος χωρίς καταβολή εγγύησης. Από την πλευρά τους οι κατηγορούμενοι αρνούνται τις κατηγορίες και δη εκείνη της εκβίασης, ενώ ο τμηματάρχης του ΣΔΟΕ Ν.Β. δήλωσε άγνοια για την ανάμιξη του ονόματός του.

Η -μη- επιστροφή ΦΠΑ και το «γρηγορόσημο»

Στην αρχική της κατάθεση στις Αρχές, στις 8 Νοεμβρίου 2013, η επιχειρηματίας αναφέρθηκε σε ένα πρόβλημα που αντιμετώπιζε η επιχείρησή της. Εκείνη της μη καταβολής Φ.Π.Α. 3.8 εκατ. ευρώ από την εξαγωγή πολύτιμων μετάλλων στο εξωτερικό. Σύμφωνα με όσα είπε τον Ιούλιο του 2013 ήρθε σε επαφή με μια εταιρία προκειμένου να βρει μια λύση. Την φώναξαν στα γραφεία τους μετά από 15 ημέρες: «…Έπρεπε να καταβάλλω το 13% του επιστρεφόμενου ποσού, εν είδει γρηγορόσημου, ενώ ένα ακόμη 2% θα αποτελούσε την αμοιβή της εν λόγω εταιρίας. Από όλα όσα συζητήθηκαν κατέστη σαφές ότι τα χρήματα αυτά, δηλαδή το 13% προοριζόταν για υπάλληλο ή υπάλληλους του υπουργείου Οικονομικών με τον οποίο ο κ…. είχε επαφή-επικοινωνία και ο οποίος έπαιζε καθοριστικό ρόλο στο να δοθεί η επιστροφή ΦΠΑ στην εταιρία μου…».

Ωστόσο η συγκεκριμένη ιστορία δεν τελεσφόρησε…

Εμπλέκουν και το όνομα του… Στασινόπουλου!

Μια εβδομάδα αργότερα, στις 15 Νοεμβρίου 2ο13, η Μ.Α. έδωσε δεύτερη κατάθεση. Αναφέρθηκε εκτεταμένα στον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στην επιχείρησή της στις 12 Νοεμβρίου. Σύμφωνα με την περιγραφή της οι ελεγκτές του ΣΔΟΕ πήγαν εκεί γύρω στις 9.30 το πρωί, ενώ στις 12 της έδιναν συγχαρητήρια! Στη συνέχεια -λέει η επιχειρηματίας- το κλιμάκιο επικοινώνησε με συναδέλφους της; και «περί τις 14.00 μας είπαν ότι υπήρχε πρόβλημα διότι είχαμε διακινήσει περίπου 500 κιλά ασήμι και άλλα 168 κιλά χρυσό, χωρίς παραστατικά αγοράς». 

Η Μ.Α. αναφέρει ότι στις 19.30 με 20.00 στην επιχείρησή της την επισκέφθηκε ο Ν.Β. ο οποίος απαίτησε από το κλιμάκιο να τελειώνει και να της κατασχέσουν τα κιλά χρυσού. Σύμφωνα με την κατάθεση ο τμηματάρχης έφυγε για λίγο και όταν επέστρεψε διέταξε να φτιαχτεί νέο πρωτόκολλο βάσει του οποίου κατασχέθηκαν 16 κιλά «σκραπ».

«…Όταν επεσήμανα ότι το αρχικό πρωτόκολλο είχε λάθη τότε ο Β. έγινε έξαλλος και απαίτησε να γίνει κατάσχεση του συνόλου του περιεχομένου του χρηματοκιβωτίου μου με την δικαιολογία ότι ήταν στο σύνολό του επενδυτικός χρυσός… Την επόμενη ημέρα έγινε διαρροή σε ηλεκτρονικά ιστολόγια με την οποία φωτογραφίζεται η επιχείρησή μου, προκαλώντας μου δυσφήμηση… Με τα κιλά χρυσού που μου κατέσχεσαν ουσιαστικά με έθεσαν εκτός αγοράς…Χθες (14-11-2003) ο συνήγορος μου που με εκπροσωπεί για οικογενειακά μου θέματα μου είπε ότι ήρθαν σε επαφή μαζί του οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ και ότι υπήρχε τρόπος να τακτοποιηθεί το ζήτημα και να κλείσει ο έλεγχος χωρίς πρόβλημα για εμένα…».

Όπως αναφέρει οι όροι που της έθεσε ο ποινικολόγος ήταν οι εξής: 

Να καταβάλλει στους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ 500.000 ευρώ και σε αντάλλαγμα θα «έκλειναν τον έλεγχο με πρόστιμο μόνο 700 ευρώ χωρίς να με ενοχλήσουν ποτέ ξανά στο μέλλον να μου επιστρέψουν τα χρήματα μου πίσω, να μην κάνουν ελέγχους σε προμηθευτές μου και να διακόψουν σε βάρος μου έρευνες που είναι σε εξέλιξη από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων και από το Οργανωμένο Έγκλημα της Αστυνομίας και να σταματήσουν να ακούνε τα τηλέφωνά μου…». Η επιχειρηματίας αναφέρει ότι στη συνέχει το ποσό έπεσε στις 350.000 ευρώ και ο δικηγόρος της είπε ότι τα χρήματα προορίζονται για τον τμηματάρχη και έναν ακόμη ανώτερό του, οποίος αφήθηκε να εννοηθεί ότι «πρόκειται για τον Διοικητή του ΣΔΟΕ, ονόματι Στασινόπουλο, ο οποίος κατάγεται από την Καλαμάτα».

Υψηλόβαθμα στελέχη που εποικοινώνησαν με το ereportaz.gr αναφέρουν ότι η αναφορά και η εμπλοκή του ονόματος του κ. Στασινόπουλου αφορά μια «αλήτικη» συμπεριφορά την οποία χρησιμοποιούν συχνά όσοι επιθυμούν να πουλήσουν εκδούλευση, όπως χαρακτηριστικά δήλωσαν ο κ. Στασινόπουλος δεν έχει καμία σχέση με τους διευθυντές του ΣΔΟΕ, δεν επικοινωνεί μαζί τους και ως εκ τούτου ουδεμία σχέση έχουν με την υπόθεση. Μάλιστα, δεν απέκλεισαν τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον όσων ενέπλεξαν το όνομα του γρνικού γραμματέα.

Η αντί-πρόταση, οι απειλές και η αξιοπιστία

Την επόμενη μέρα, στις 16 Νοεμβρίου 2013 ήταν η επόμενη κατάθεση της. Σε αυτήν μίλησε για την αντί-πρόταση που είχε κάνει στους ανθρώπους του ΣΔΟΕ μέσω του δικηγόρου της, Σ.Κ., να δώσει δηλαδή εκείνη αυτοπροσώπως το χρηματικό ποσό των 350.000 ευρώ και να έκλεινε η συμφωνία όσο νωρίτερα γινόταν, για να ανοίξει και την επιχείρησή της.  Τότε όμως ήταν που άρχισε ο δικηγόρος της να την ενημερώνει για τις απειλητικές διαθέσεις των ανθρώπων του ΣΔΟΕ…. »έκανε αναφορά σε όρους της συμφωνίας, δηλαδή, αν δεν συνεργαστώ μαζί τους θα διενεργήσουν κακόβουλους ελέγχους σε όλους τους προμηθευτές μου, ενώ αν συνεργαζόμουν θα μπορούσα να διαλέξω αριθμό προμηθευτών, οι οποίοι θα τεθούν υπό το ίδιο προστατευμένο καθεστώς, που υποτίθεται ότι θα τεθώ και εγώ». Τελικά είπε ότι συμφώνησαν να βρεθούν στο στρατόπεδο ΚΕΒΟΠ όπου και συζήτησαν για την αντί-πρόταση και για τα έγγραφα που ζητούσαν οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ. Ο δικηγόρος της επιχειρηματία επέμενε να αναλάβει αυτός να πάει τα έγγραφα εκεί ενώ ήταν συνεχώς αρνητικός στο ενδεχόμενο να τα μεταφέρει εκείνη εκεί που πρέπει. Στο τέλος τέθηκε ένα θέμα αξιοπιστίας του δικηγόρου, αλλά εγγυήθηκε στην πελάτισσα του ότι όλα θα γίνουν όπως πρέπει, καθώς της έχει αποδείξει ότι είναι σωστός.

Η παρακολούθηση, οι απαιτήσεις και η συνάντηση στο ΣΔΟΕ

Η τέταρτη κατάθεση της έλαβε χώρα την 18η Νοεμβρίου 2013. Η επιχειρηματίας ανέφερε ότι την προηγούμενη μέρα, στις 17 Νοεμβρίου 2013, στα γραφεία της, ο δικηγόρος της έλαβε τελικά από την ίδια αρχείο που περιέχει πλήρη στοιχεία από τα παραστατικά της εταιρείας. Μερικές ώρες μετά, αφού βρέθηκαν στην καφετέρια ΑΙΓΛΗ του Ζαππείου, ο ποινικολόγος της εξήγησε πως παρακολουθούνται και οι δύο από το οργανωμένο έγκλημα και έβαλε εκ νέου στην κουβέντα τα ονόματα των κατηγορούμενου τμηματάρχη Ν.Β. και του επικεφαλή του ΣΔΟΕ Στέλιου Στασινόπουλου, ως τελικούς αποδέκτες των χρημάτων. Παράλληλα οι απειλές συνεχίζονταν και ο Σ.Κ. τις μετέφερε στην Μ.Α.: «Γενικότερα καλλιεργούσε την εντύπωση κλίματος επικίνδυνου σε βάρος μου και διαρκώς μου μετέφερε απειλές που προέρχονται από υπαλλήλους του ΣΔΟΕ, δηλαδή πως αν δεν συνεργαστώ και δώσω τα χρήματα τότε θα με στείλουν κατηγορούμενη για κακουργήματα και ότι δεν έχω κανένα περιθώριο να κάνω κάτι διαφορετικό από το να ενδώσω στις απαιτήσεις τους». 

Η επιχειρηματίας προέβαλλε όπως είπε αντιρρήσεις καθώς πίστευε πως τίποτα από όσα έλεγαν οι εκβιαστές δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν και ο δικηγόρος της την συμβούλευσε να μην έχει στάση τσαμπουκά και ότι θα έπρεπε να βρεθούν από κοντά. Η προγραμματισμένη συνάντηση τους στο εστιατόριο PABLO της Κηφισιάς δεν πραγματοποιήθηκε, καθώς ο Σ.Κ. πήγε μόνος του.  Παράλληλα έκανε λόγο για περαιτέρω απαιτήσεις από εκείνους, αφού ήθελαν να παίρνουν χρήματα ως αμοιβή από την επιστροφή του Φ.Π.Α., όταν η ίδια αγόραζε πολύτιμα μέταλλα από εταιρίες που θα της έλεγαν αυτοί ενώ θα της έβαζαν φόρο χαρτοσήμου 2,4% λόγω συναλλαγών με τους Ελβετούς. Την ίδια μέρα της κατάθεσης, ο Σ.Κ. και η Μ.Α. πήγαν μαζί στα γραφεία του ΣΔΟΕ, στην Πειραιώς, αλλά ο εξωτερικός λογιστής που είχε καλέσει η γυναίκα για να δει από κοντά τον έλεγχο, δεν μπόρεσε να μπει στο κτήριο, καθώς δεν τον άφησε ο ποινικολόγος, ο οποίος είπε στην επιχειρηματία ότι όταν ακουστεί κάτι σχετικό με ‘δύο ημέρες’, θα ήταν όλα έτοιμα να προχωρήσουν. Στη συνάντηση τους με τον Ν.Β., η κουβέντα περιορίστηκε γύρω από έναν εκτελωνιστή που θα ήταν απαραίτητος αλλά δεν είχε κάτι ουσιώδες. Έτσι έφυγαν και βρέθηκαν στην καφετέρια ΘΡΟΥΜΠΙ, στην πλατεία Αγίας Ειρήνης, όπου συζήτησαν τα τεκταινόμενα ακόμα μια φορά. Στο τέλος της κατάθεσης, η Μ.Α. αναγνώρισε από φωτογραφία τον Ν.Β..

Οι αμφιβολίες, τα παράπονα και οι αλλαγές στη συμφωνία

Στις 22 Νοεμβρίου 2013, στην προτελευταία κατάθεση της, η Μ.Α.  μας έδωσε ουσιαστικά να καταλάβουμε ότι οι αμφιβολίες της προς το πρόσωπο του δικηγόρου της είναι πλέον έντονες, καθώς ο ίδιος γνώριζε για τις κινήσεις της και την απέτρεπε από το να τις συνεχίσει, τη στιγμή που εκείνη δεν του είχε αναφέρει τίποτα. Πιο συγκεκριμένα, ανέφερε τον εκτελωνιστή Σ.Μ., με τον οποίο είχε επικοινωνία αλλά δεν το είχε κοινοποιήσει στον δικηγόρο, όμως αυτός το ήξερε. Επίσης ανέφερε το μήνυμα που της έστειλε κατά τη διάρκεια του ελέγχου του ΣΔΟΕ στην εταιρία της, κάτι που σημαίνει πως γνώριζε ότι θα γίνει.

Η επιχειρηματίας, δύο μέρες πριν την κατάθεση, βρέθηκε στα γραφεία του ΣΔΟΕ με τον εκτελωνιστή της. Ύστερα από τη συνάντηση με τον Ν.Β., ο εκτελωνιστής Σ.Μ., επεσήμανε πως ο υπάλληλος του ΣΔΟΕ φοβάται και δεν πρόκειται να ζητήσει λεφτά. Στο μεταξύ, ο Σ.Κ. άρχισε να παραπονιέται στην πελάτισσα του ότι τον θέτει εκτός παιχνιδιού και ότι αυτά που κάνει είναι άσκοπα. Εκεί άρχισε να είναι ακόμα περισσότερο καχύποπτη απέναντί του.

Σε συνάντησή τους, στις 21 Νοεμβρίου, στη στοά ΡΑΛΛΗ, αναφέρθηκαν νέοι όροι για τη Μ.Α. στη συμφωνία. Πρώτον, ότι το ΣΔΟΕ θα κρατούσε 3 από τα 16 κατασχεθέντα κιλά. Δεύτερον, τα υπόλοιπα 13 θα τα είχε στην κατοχή της η γυναίκα σε διάστημα 5 εργάσιμων ημερών από την ώρα που θα έπαιρναν ο δικηγόρος και οι άλλοι τα χρήματα και θα παρουσιάζονταν τα έγγραφα της εταιρείας. Τρίτον, θα τελείωναν οι έρευνες που διεξάγουν το Εσωτερικών Υποθέσεων και το Οργανωμένο Έγκλημα σχετικά με την εταιρεία. Τέταρτον, δεν θα πειράζονταν οι προμηθευτές της. Πέμπτον, θα αγόραζε πλέον από εταιρείες που θα υποδείκνυαν εκείνοι. Έκτον ότι θα τελείωναν οι έλεγχοι του ΣΔΟΕ. Έβδομον ότι οικογενειακά προβλήματα της θα τα έλυνε ο δικηγόρος ως μπόνους και όγδοον ότι πλέον όλα αυτά θα γίνονταν με 50.000 ευρώ παραπάνω. Πλέον ζητούσαν 400.000 ευρώ. Η Μ.Α. ανέφερε πως κατάλαβε ότι όλο αυτό ήταν ακόμα πιο ζημιογόνο για εκείνη, καθώς η εντελώς αυθαίρετη κατακράτηση 3 κιλών χρυσού αξίας 45.000 ευρώ θα είχε αρνητική εγγραφή στο πληροφοριακό της δελτίο «ELENGXIS» και έτσι θα έχει πρόβλημα με τις επιστροφές των Φ.Π.Α. οπότε θα αποτελούσε συνεχώς έρμαιο αυτών των ανθρώπων.

Δήλωσε στον δικηγόρο της ότι για να γίνει η δουλειά θα πρέπει οι μετρήσεις της αποθήκης της να είναι σωστές και όχι όπως τις έβγαλε το ΣΔΟΕ και ότι αν επέμεναν στην δέσμευση των 3 κιλών χρυσού δεν θα προχωρούσε. Εν τέλει, την ημέρα της κατάθεσης, η επιχειρηματίας είπε ότι τα χρήματα ήταν έτοιμα και ότι αφού θα γινόταν η επαλήθευση της αποθήκης από το ΣΔΟΕ, θα μπορούσε να τα πάρει. Πρότεινε να τα μεταφέρει η ίδια στο γραφείο του δικηγόρου για να πάρει και την υπογραφή αλλά εκείνος επέμενε πως θα το έπραττε ο ίδιος, καταλήγοντας πάλι σε ακύρωση της συμφωνίας.

Το deal και η αποποίηση ευθυνών

Στις 28 Νοεμβρίου 2013 η Μ.Α. έδωσε την τελευταία της κατάθεση. Δήλωσε ότι σε συνάντηση με τον Σ.Κ., συζητήθηκαν εκ νέου οι όροι της συμφωνίας και εκείνη είπε ότι θα έδινε την συγκατάθεση της μόνο αν τηρούσαν τη συμφωνία όλες οι πλευρές και ο δικηγόρος δεσμεύτηκε και ο ίδιος να γίνει αυτό. Αφού συμφωνήθηκαν όλα, το πρωί της ίδιας μέρας, η επιχειρηματίας κάλεσε τον ποινικολόγο στην εταιρία της, έχοντας τα χρήματα έτοιμα. Αυτός δεν έκατσε πολύ, τα μέτρησε, τα πήρε και αποχώρησε. «Άδειασε τον φάκελο στο τραπέζι, μέτρησε τις δεσμίδες, τα περιεργάστηκε λίγο και τα ξαναέβαλε στον λευκό φάκελο, τον οποίο έβαλε στη συνέχεια κάτω από την αριστερή του μασχάλη μέσα από το μπουφάν και έφυγε». 

Στη συνέχεια, έβγαλε εκτός ευθυνών της υπόθεσης τον Σ.Μ. αλλά και τους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ που έκαναν τον έλεγχο, καθώς πριν πάει ο Ν.Β. όλα ήταν καλά ενώ μετά έμειναν και εκείνοι έκπληκτοι όταν άκουσαν ότι πρέπει να κατασχεθεί ποσό γύρω στα 600.000 ευρώ. Στο τέλος, παρέδωσε στις Αρχές ψηφιακό δίσκο με βιντεοληπτικό υλικό από τις συναντήσεις της στο γραφείο της με τον Σ.Κ..

Οι απολογίες των κατηγορούμενων

Εν τω μεταξύ, πριν την τελευταία κατάθεση της Μ.Α., έγιναν και δύο καταθέσεις ατόμων που πήγαν να κατηγορηθούν άδικα. Η πρώτη αφορά τον Α.Π., ο οποίος δήλωσε άνεργος και με πολλά χρέη. Όταν ρωτήθηκε για ένα τηλέφωνο με το οποίο προφανώς έπεφταν συνεννοήσεις για την υπόθεση, ‘έβαλε στο παιχνίδι’ τον Π.Π. τον οποίο και κατονόμασε ως χρήστη του τηλεφώνου. Παράλληλα, είπε πως τον πλησίασε ο άνδρας αυτός καθότι άγνωστος και του πρότεινε να ξεκινήσουν επιχείρηση με σουβλάκια, την οποία θα χρηματοδοτούσε ο ίδιος. Εν τέλει τον άφησε υπερχρεωμένο με το ποσό να ξεπερνάει τα 10.000 ευρώ.

Στη συνέχεια, την ίδια πάντα μέρα, κλήθηκε να καταθέσει ο εκτελωνιστής της εταιρείας της επιχειρηματία, ο Σ.Μ.. Δήλωσε ότι βοηθάει την Μ.Α. και ότι γνωρίζει την ιστορία. Ακόμη, είπε πως ήξερε από πριν τον Ν.Β. από το αεροδρόμιο, όπου είναι και το γραφείο του, καθώς και εκείνος πριν πάει στο ΣΔΟΕ δούλευε εκεί. Σοκαρίστηκε φυσικά, όταν άκουσε το ποσό που της είπε ο δικηγόρος της να δώσει καθώς ο έλεγχος της εταιρείας της έδειξε ότι όλα ήταν νόμιμα.

Στις 29 Νοεμβρίου 2013 έγιναν οι απολογίες όλων των κατηγορούμενων. Πρώτος από όλους ξεκίνησε ο Ν.Β.,  υπάλληλος του ΣΔΟΕ. Κατηγορήθηκε για «απόπειρα εκβίασης», «παθητική δωροδοκία», «παράβαση καθήκοντος» και «περί όπλων». Του αναφέρθηκε ο έλεγχος στο γραφείο της Μ.Α., τα χρήματα που ζήτησε, το συνθηματικό «μανιτάρια και δύο ημέρες» που θα σήμαινε κίνηση της διαδικασίας, όλα τα ονόματα που εμπλέκονται στην υπόθεση και το γεγονός της πράξης της συμφωνίας, καθώς όλοι εκείνη την στιγμή μετέφεραν τα χρήματα της συμφωνίας σε εκείνον. Αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες μιλώντας για την αξιοπιστία και τη φερεγγυότητα της δουλείας του, που υπηρετεί 20 χρόνια τώρα. Τέλος, δήλωσε ότι ξέρει τον μεσάζοντα που έδωσε την πληροφορία για την επιχείρηση αυτή ενώ ότι τον Σ.Κ. τον γνώρισε πρώτη φορά στο γραφείο του, ως συνήγορο της Μ.Α.

Στη συνέχεια απολογήθηκε ο μεσάζοντας. Κατηγορήθηκε για «άμεση συνέργεια σε απόπειρα εκβίασης» και σε «άμεση συνέργεια σε παθητική δωροδοκία». Του ανέφεραν τα γεγονότα και τον έθεσαν ως τον μεσολαβητή στις επικοινωνίες Σ.Κ. και Ν.Β.. αλλά και των χρημάτων που θα έπαιρνε από τον πρώτο ώστε να φτάσουν στον δεύτερο. Είχε κατηγορηθεί το 2000 για πλαστογραφία, ενώ αρνήθηκε τις κατηγορίες.

Τρίτος απολογήθηκε ο Κ.Χ, αστυνομικός. Κατηγορήθηκε για «απλή συνέργεια σε απόπειρα εκβίασης», «παράβαση καθήκοντος», και «περί όπλων» . Αφού του εξήγησαν τα γεγονότα, έφτασαν στο σημείο όπου ο ίδιος αλλά και ο Σ.Κ. μετέβησαν στο γραφείο της Μ.Α. και στη συνέχεια προς το γραφείο του δικηγόρου με μοτοσικλέτες, έχοντας πάνω τους όπλα. Αρνήθηκε τις κατηγορίες λέγοντας πως η μόνη του εμπλοκή στην υπόθεση σχετίζεται με το γεγονός ότι ο Σ.Κ. είναι κουμπάρος και φίλος του και του ζήτησε τη βοήθεια του σε πρόβλημα οικονομικό που αντιμετώπιζε. Έτσι βρέθηκαν με σκοπό να του δώσει τα χρήματα που ζήτησε, κάτι που έγινε. Όσο για τα όπλα, δήλωσε πως είναι νόμιμα.

Στην προανακριτική απολογία του ο γνωστός ποινικολόγος Α.Ι, υποστήριξε πως ουσιαστικά δεν διαπράχθηκε εκβίαση προς την επιχειρηματία αφού το σχέδιο ήταν να πάνε μαζί η γυναίκα με τον Σ.Κ. στο ΣΔΟΕ και να πάρουν πίσω την ποσότητα χρυσού τελειώνοντας το θέμα, αφού μετά ο Σ.Κ. θα έδινε σε άτομο της εμπιστοσύνης τους τα χρήματα. Ακόμη, δήλωσε αθώος για τα όπλα λέγοντας πως είναι οικογενειακά κειμήλια.

 

 

 


Σχόλια