Πεδουλάκης: «Ένιωσα αμήχανα όταν ο κόσμος φώναξε το όνομά μου»

Ο Αργύρης Πεδουλάκης, σε συνέντευξή του στο «Εθνοσπόρ της Κυριακής» ,χαρακτήρισε «αποστολή αυτοκτονίας» τη φετινή χρονιά καθώς άρχισε με πολλές δυσκολίες.

Αναλυτικά η συνέντευξη του Αργύρη Πεδουλάκη:

«Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι από πέρσι το καλοκαίρι είναι με τα χρήματα που διαθέτουμε εάν μπορούμε να κάνουμε καλή ομάδα. Το πίστευα από την αρχή. Τα χρήματα μπορεί να παίζουν σημαντικό ρόλο αλλά δεν είναι το πρωτεύον. Στην ομάδα δουλέψαμε όλοι. Από τον πρόεδρο μέχρι και τον Πάρη (σ.σ. Δερμάνης). Δουλέψαμε με αγάπη, με αλληλεγγύη με αλληλοσεβασμό και κρατήσαμε τα αθλητικά, πολιτισμικά στοιχεία που είναι οι ανθρώπινες σχέσεις στον Παναθηναϊκό. Συν την πολύ δουλειά που γίνεται μέσα στο γήπεδο, πρωτίστως από τους παίκτες και στη συνέχεια από το stuff προκειμένου να βγει το αποτέλεσμα. Το που θα φτάναμε δεν το ξέραμε γιατί στο μπάσκετ παίζουν ρόλο πολλοί παράγοντες. Έχεις και αντίπαλους, δεν είναι ατομικό άθλημα. Είχαμε πει ότι θα αγωνιζόμαστε και θα προσπαθούμε σε κάθε ματς. Και πιστεύω ότι το κάναμε αυτό. Και φάνηκε»

– Με δεδομένο ότι οι απαιτήσεις του Παναθηναϊκού είναι μεγαλύτερες από οποιαδήποτε άλλη ομάδα που έχετε προπονήσεις στο παρελθόν; υπήρχε στιγμή που αναγκαστήκατε να αλλάξετε τη φιλοσοφία σας;

«Καταρχήν, οι απαιτήσεις του Παναθηναϊκού είναι οι μεγαλύτερες από οποιονδήποτε άλλο ευρωπαϊκό σύλλογο. Όμως, όχι. Η δουλειά μου μέσα στο κλαμπ ήταν πιο εύκολη. Αν και είχαμε να αντιμετωπίσουμε διάφορα όπως το αποτέλεσμα, την πίεση του κόσμου, η δουλειά μου ήταν πιο εύκολη σε σχέση με τις προηγούμενες. Πάντως δεν άλλαξα τον τρόπο που προσεγγίζω το μπάσκετ. Ήμασταν γύρω από την άμυνα, ήμασταν ομάδα και προσπαθήσαμε να παίξουμε με το μυαλό μας. Αυτό που κάνω όλα αυτά τα χρόνια…»

– Είχατε πει ότι «πίεση έχει αυτός που δεν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο». Τελικά πόσο μπορεί να αντέξει ένας Έλληνας προπονητής σε μία ομάδα όπως ο ΠΑΟ;

«Και αυτή είναι η αλήθεια. Αυτός έχει την πραγματική πίεση! Παρόλα αυτά αν μέσα από το διάβασμα έχει καταλάβει πως λειτουργούμε ως λαός, με τη μεγάλη παρόρμηση, με τα άκρα, τότε η πίεση κρατάει δύο μέρες και όχι παραπάνω. Υπάρχουν σοβαρότερα πράγματα στη ζωή. Και τα καλά και τα κακά κρατάνε δύο μέρες».

– Υπήρξε στιγμή μέσα στη σεζόν που κάνατε και δεύτερες σκέψεις που πήγατε στον Παναθηναϊκό. Υστέρα από μια κακή ήττα, την αμφισβήτηση…

«Όχι όχι. Αυτό δεν έγινε ποτέ. Ακόμα και μέσα από ήττες που κάναμε εμείς βρίσκαμε τα θετικά στοιχεία. Είχαμε την υπομονή. Ο Παναθηναϊκός είναι ιδιαίτερο κλαμπ. Υπάρχει πίεση, αλλά λειτουργεί με οικογενειακές σχέσεις. Με την καλή την έννοια. Έχει ξεπεράσει τις καλές σχέσεις και έχει πάει στις οικογενειακές. Μεγάλος όρος…»

– Και φυσικά μια οικογένεια έχει στα χέρια της τον Παναθηναϊκό. Ποια η σχέση σας με τον κ. Δημήτρη Γιαννακόπουλο;

«Άριστη! Ξεκινήσαμε μαζί μια προσπάθεια η οποία για πολλούς ήταν αποστολή αυτοκτονίας. Καινούργια δεδομένα, καινούργιες συνθήκες και είχαμε δύσκολη προσαρμοστικότητα. Έπρεπε να παίξουμε πολύ με το παρελθόν μας. Όμως έχουν αλλάξει τα δεδομένα στη χώρα μας. Και για τον Παναθηναϊκό, αλλά και για τον Ολυμπιακό. Οπότε τα καινούργια οικονομικά δεδομένα μας επέβαλαν να πάμε με διαφορετικό τρόπο. Όπως πήγαμε φέτος. Δεν θα ψωνίζουμε από το ψηλότερο ράφι. Αυτό θα το κάνουν πια ομάδες από τη Ρωσία, την Τουρκία και την Ισπανία. Εμείς είμαστε ένα βήμα πίσω σε αυτό το κομμάτι και είναι κάτι που πρέπει να καταλάβουμε όλοι μας…»

– Κατά τη διάρκεια της σεζόν και ιδιαίτερα σε δύσκολες καταστάσεις η στήριξη της διοίκησης ήταν εκείνη που σας παρείχε την μεγαλύτερη σιγουριά;

«Απόλυτα! Εμείς είχαμε οριοθετήσεις τους στόχους. Να προκριθούμε στο ΤΟΡ-16 της Ευρωλίγκας και να είμαστε ανταγωνιστικοί στους ελληνικούς τίτλους. Όσο μπορούσαμε. Πρώτα απ’ όλα και στη συνέχεια όλοι εμείς που βοηθήσαμε, πιστεύω ότι τους ξεπεράσαμε. Κάναμε πολλά χιλιόμετρα γρήγορα… Με τον πρόεδρο κάναμε πολλές συζητήσεις κατά τη διάρκεια της σεζόν για το καλό του συλλόγου».

– Πως νιώσατε όταν ακούσατε τον κόσμο του ΠΑΟ να φωνάζει το όνομά σας; Πιστεύατε ότι θα μπορέσετε να το καταφέρετε αυτό όταν προϋπήρχε στην ίδια θέση ο Ομπράντοβιτς;

«Ένιωσα αμήχανα. Όμως από την άλλη στιγμή καταλαβαίνω ότι είναι δύο πράγματα. Πρώτα απ’ όλα φτάνουμε εύκολα στα άκρα! Από το ένα άκρο στο άλλο. Και το δεύτερο πιστεύω ότι ο κόσμος έχει ένστικτο. Μέσα στη χρονιά κάποιοι άνθρωποι πήραμε περισσότερα βάρη απ’ όσα μας αναλογούσαν και κάπως έτσι βγήκε αυτό το σύνθημα…»

– Ύστερα από κάποια ήττα πώς ήταν ο άνθρωπος και όχι ο προπονητής Πεδουλάκης μόλις επέστρεφε σπίτι; Κουβάλαγε μαζί του όλη αυτήν την πίεση που είχε προηγηθεί και όλα όσα του βασάνιζαν το μυαλό;

«Όχι. Όσο μεγαλώνεις έχεις την εμπειρία να το διαχειρίζεσαι καλύτερα. Καταρχήν στο σπίτι είναι όλοι… προπονημένοι. Δεύτερον, μετά από ήττες τις περισσότερες φορές κλεινόμασταν στο γραφείο μέχρι τις πέντε το πρωί και βλέπαμε το βίντεο ξανά και ξανά. Να δούμε τι μπορούμε να διορθώσουμε με τους συνεργάτες μου. Οπότε όταν επέστρεφα σπίτι δεν με έβλεπε κανένας. Έπεφτα για ύπνο. Καταλαβαίνουν την επόμενη ημέρα. Όμως δεν προλαβαίνεις με τόσες υποχρεώσεις και τόσα παιχνίδια. Και αυτό λέγαμε και στα παιδιά. Δεν πρέπει να έχεις έντονα συναισθήματα. Ούτε χαρά, ούτε λύπη. Δεν προλαβαίνεις να μείνεις πίσω, είτε έρχεσαι από μια μεγάλη νίκη ή από μια ήττα. Πρέπει να συνεχίσεις. Είναι ένας μαραθώνιος. Στην κατηφόρα πιο εύκολα, στην ανηφόρα πιο δύσκολα. Πνευματικά πρέπει να είσαι δυνατός…»

– Τα παιδιά πως αντιμετωπίζουν τον μπαμπά Πεδουλάκη ως προπονητή του Παναθηναϊκού;

«Τα παιδιά μου είναι πολύ ισορροπημένα σε αυτά τα πράγματα και τα κρατάω έξω απ’ όλα αυτά. Έξω από το σύστημα. Μάλιστα η κόρη μου λέει στο σχολείο ότι είναι συνεπωνυμία! Όσο μπορώ και όσο γίνεται τα κρατάω απ’ έξω… »

 Ποια θεωρείτε μεγαλύτερη επιτυχία; Την κατάκτηση του πρωταθλήματος με τον Παναθηναϊκό ή το γεγονός ότι είχατε οδηγήσει τον Μακεδονικό στον τελικό του Eurocup; Με δεδομένο το πόσο πιο δύσκολο είναι για μια επαρχιακή ομάδα να φτάνει τόσο ψηλά...

«Είναι τελείως διαφορετικά πράγματα. Για παράδειγμα το Περιστέρι ήταν μέσα στις πέντε καλές ομάδες όπως ο Παναθηναϊκός, ο Ολυμπιακός, η ΑΕΚ, ο ΠΑΟΚ και θα μπορούσε να βγει και πρώτο. Ήταν ανάλογο. Όμως ο τίτλος είναι κάτι που μένει. Έχει μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα. Μένει στον κόσμο και αφήνει έντονα συναισθήματα. Το σημαντικό είναι ότι μπορέσαμε 15 άτομα να τα κάνουμε οικογένεια και αυτό αποτυπώθηκε στο παρκέ. Μου έδειξαν ότι η σχέση τους είναι ειλικρινής».

– Όμως για να δημιουργηθεί αυτή η οικογένεια το είχατε ψάξει και εσείς…

«Ήταν το πρώτο που θέλαμε. Νούμερο ένα! Το είχα πει από την πρώτη στιγμή. Μας ενδιέφεραν πάνω απ’ όλα οι ανθρώπινες σχέσεις. Να βγάζουμε υγεία και να μας κρατήσουν στα δύσκολα…»

– Υπήρχαν και παιδιά που δεν έδεσαν με την ομάδα όπως ο Κίτσεν, ο Άρμστρονγκ, ο Πάνκο, ο Μπανκς. Αν είχαν γίνει διαφορετικές επιλογές στο ξεκίνημα ή αν είχαν αποχωρήσει νωρίτερα θα είχαμε δει έναν διαφορετικό και καλύτερο Παναθηναϊκό;

«Όχι γιατί αν παρατηρήσετε οι ομάδες μου παίζουν καλά μετά τις γιορτές. Από εκείνο το σημείο και μετά βγάζουν αυτό που θέλω να βγάλουν προκειμένου να είναι έτοιμες στα μεγάλα παιχνίδια. Ο Παναθηναϊκός ψώνιζε όλα αυτά τα χρόνια από το πάνω ράφι. Όταν ο Σάρας έπαιρνε 3 εκατομμύρια ήταν στα ένα-δυο καλύτερα γκαρντ της Ευρώπη ή ο Πέκοβιτς που ήταν ο καλύτερος ψηλός δεν χρειάζεται να κάνεις σκάουτ. Τώρα αναγκάστηκε ο Παναθηναϊκός να πάει πιο κάτω και να πάρει παίκτες χωρίς ανάλογες εμπειρίες και χωρίς το πρωτοκλασάτο όνομα. Μάλιστα υπήρχε κάποιος που μου είπε ότι δεν αντέχει να χάνει σουτ και να ακούει τη μουρμούρα του κόσμου ή να μπαίνει για τρία λεπτά να βγαίνει να ξαναμπαίνει κ.ο.κ. Είναι αυτό που έχει πει και ο Ζοτς. Μπορώ να σε μάθω να παίζεις μπάσκετ, αλλά όχι να σε μάθω να έχεις καρδιά. Το να παίζεις στον Παναθηναϊκό χρειάζονται και άλλα χαρίσματα…»

– Επίσης είχατε δηλώσει ότι θα λειτουργήσετε ως κυματοθραύστης στην κριτική που θα δεχόταν η ομάδα, προκειμένου να μην αποσυντονιστούν και να μην αποπροσανατολιστούν οι παίκτες. Και η αλήθεια είναι ότι άκουσες αρκετά, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της σεζόν. Τώρα νιώθετε δικαιωμένος; Δώσατε τις ανάλογες απαντήσεις ;

«Τότε μίλαγα σε αόριστο. Τα αφήναμε να εξελιχθούν για να μην πλησιάσουν τους παίκτες. Όμως τον πλησίασαν τον παίκτη όπως για παράδειγμα με τον Ούκιτς και το ματς με τη Μάλαγα. Υπήρχε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα που ήταν κατά κάποιων παιδιών. Όμως δεν με επηρέασαν όλα αυτά. Πάντως σε αυτό που ρωτήσατε δεν το σκέφτομαι έτσι. Εμείς αυτό που έχουμε να κάνουμε είναι να ξεχάσουμε τι κάναμε. Μετά και το γλέντι πρέπει να ξεχάσουμε τα πάντα. Κανείς δεν θα θυμάται τι προηγήθηκε…»

– Δεν θα είναι άδικο όμως για την ομάδα; Δηλαδή του χρόνου και ύστερα από ένα στραβό αποτέλεσμα να υπάρχουν αποδοκιμασίες;

«Ο κόσμος είναι σκληρός με τους ανθρώπους. Έχω πει ότι υπάρχουν ηθοποιοί που παίζουν με 40 πυρετό. Έτσι είναι η δουλειά. Κανείς δεν σου δίνει δικαιολογία. Πρέπει να είσαι έτοιμος».

– Η αλήθεια είναι ότι πολλά ακούγονταν από την εξέδρα μέσα στη σεζόν αλλά ο κόουτς Πεδουλάκης ούτε ασχολήθηκε ποτέ, ούτε τίποτα…

«Είναι θέμα εμπειρίας. Κάνω από πολύ μικρός αυτή τη δουλειά. Τα έχω ζήσει όλα. Ούτε εξέδρα ακούω, ούτε τίποτα. Έχω φτάσει σε αυτό το επίπεδο. Μου λένε οι συνεργάτες μου διάφορα, αλλά εγώ δεν βλέπω και ούτε ακούω κάτι. Ειδικά εάν είναι και σημαντικό παιχνίδι. Θεωρώ ότι το πιο σημαντικό πράγμα είναι η αυτοσυγκέντρωση. Και των αθλητών και των προπονητών. Εάν κάτσεις και ασχοληθείς, το έχασες…»

– Πολλά ακούστηκαν και πολλά γράφτηκαν. Όμως τι ακριβώς συνέβη με τον Καπόνο: Ήταν τελικά δική σας επιλογή ή της διοίκησης;

«Ο Παναθηναϊκός ξέρει γιατί έφυγε. Ήταν έξυπνο απ’ την πλευρά μου να μην ασχοληθώ με το ζήτημα και να μην σχολιάσω ό,τι γράφονταν. Το πρόβλημά του ήταν προσωπικό. Μόνο αυτό. Αλλά τούτο δείχνει και πως λειτουργεί η ομάδα μας. Το κράτησε στα…στεγανά του, όπως και το πρόβλημα τραυματισμού του Δημήτρη».

 Αν έμενε, θα μπορούσε να προσφέρει;

«Όχι! Το μυαλό του δεν θα ήταν εδώ. Ήδη είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση».

– Στο 5ο παιχνίδι με την Μπαρτσελόνα θεωρείται ότι έπρεπε να υπάρχει ένας αξιόπιστος σουτέρ, ειδικά έπειτα απο τα άσχημα ποσοστά στα μακρινά σουτ;

«Το ματς στη Βαρκελώνη χάθηκε απ’ την πάσα και όχι απ’ τα σουτ. Ηταν κάτι στο οποίο είχαμε πρόβλημα, αλλά το κρύβαμε πανέξυπνα. Ο Κάρι ήρθε στο τέλος και φάνηκε τόσο καλός. Ο Τσαρτσαρής ήταν ο ένας απο τους δύο πολύ καλός πασέρ που διαθέταμε. Οι υπόλοιποι ήταν πολύ μέτριοι ακόμη και κακοί. Χαμένα σουτ είχαμε και σε άλλα παιχνίδια. Η πάσα, όμως, είναι ένα εξαιρετικό στοιχείο για το μπάσκετ. Σε αυτό παίζει ρόλο το μυαλό. Πάρτε για παράδειγμα τον Διαμαντίδη. Οκτώ στις δέκα αποφάσεις που θα πάρει, ειδικά στα τελευταία λεπτά, είναι ιδανικές. Με ακρίβεια χειρουργού. Αυτό είναι χάρισμα».

– Θεωρείτε πως ο Παναθηναϊκός μπορούσε να πετύχει περισσότερα στην Ευρωλίγκα;

«Αντικειμενικά, έτσι όπως παίζαμε στην αρχή, όχι. Οι προϋποθέσεις για να το πράτταμε είναι αρκετές: να δουλεύαμε, όπως δουλέψαμε, να είχαμε περισσότερη ποσότητα – έναν ή δύο Έλληνες αθλητές να δίνουν λύσεις– και τον Διαμαντίδη υγιή. Τότε ίσως μπορούσαμε».

 Πώς ήταν να τα ζείτε live καταστάσεις όπως αυτά που συνέβησαν στον 3ο τελικό με τον Ολυμπιακό στο ΣΕΦ;

“Είναι μέρος της κοινωνίας μας. Το αθλητικό οπαδικό κίνημα δεν είναι δημιούργημα του μπάσκετ. Γεννήθηκε στο ποδόσφαιρο – δίχως να φταίει απαραίτητα το άθλημα). Το αφήσαμε. Γιγαντώθηκε. Μάλιστα, θυμάμαι κάποια στιγμή που ειπώθηκε πως “γήπεδο είναι…”. Πλέον έχει φτάσει σε ακραία πράγματα. Νομίζω πως ωριμάζουμε πιο αργά ως λαός. Αλλά θα έρθει η ώρα που θα τιμωρηθούμε. Είναι νομοτελειακό. Τότε θα αλλάξουμε. Όπως έγινε και με την οικονομία μας, που υποχρεωθήκαμε να γίνουμε περισσότερο μετρημένοι, έτσι θα γίνει και σε αυτό».

– Αυτή η κακή εικόνα μπορεί να επηρεάζει έναν αθλητή στην απόφασή του να μείνει ή να φύγει; Έναν προπονητή;

«Δεν το πιστεύω. Μερικοί θέλουν να το ζήσουν. Είναι πολλοί λίγοι εκείνοι που έχουν αντίθετη άποψη. Κάθε αθλητής θέλει παλμό, ένταση, πάθος. Εννοείται ότι δεν είναι σκοπός του να αντικείμενα στο κεφάλι. Αλλά δεν νομίζω ότι επηρεάζει κανέναν – παίκτες, αθλητές – σε αυτήν την απόφαση».

– Έχετε σκεφτεί την προοπτική της εργασίας στο εξωτερικό;

«Τίποτα δεν έχω σκεφτεί. Μόνο την επόμενη χρονιά έχω στο μυαλό μου».

 Η παρουσία σας στον Παναθηναϊκό συνδυάστηκε με την κατάκτηση του πρωταθλήματος και την απόσυρση του Τσαρτσαρή. Έχετε έναν λόγο παραπάνω να αισθάνεστε περισσότερο υπερήφανος που αποτελεί κατά κάποιον τρόπο και δικό σας «δημιούργημα»;

«Δεν το βλέπω έτσι. Ο Κώστας, ο Δημήτρης και μερικά ακόμη παιδιά είναι αυτό που λέμε Ευρωπαίοι. Είναι παράξενο που είναι Έλληνες. Ο Κώστας πολλές επιτυχίες, πάντοτε όμως είναι ταγμένος στο σύνολο. Ποτέ δεν δημιούργησε θόρυβο και ήταν πάντα εποικοδομητικός για την ομάδα. Ακόμη και η τελευταία του δήλωση αφορούσε την ομαδικότητα. Είναι σπάνιο για το δικό μας έθνος, το οποίο είναι γεμάτο εμφυλίους. Θα μας λείψει πάρα πολύ. Σαν φίλος του λέω οτι πήρε την πιο σωστή απόφαση. Σαν προπονητής του ΠΑΟ, όμως, “μας σκότωσε” (σ. σ.: γέλια). Αν είχα κάποιον άλλον τρόπο, θα τον επιστράτευα. Είναι πρότυπο για τα παιδιά και την κοινωνία μας».

 Είναι μία μορφή δικαίωσης η εξέλιξή του;

«Η δουλειά μας έχει και παιδαγωγικά στοιχεία. Τον θυμάμαι όταν ήρθε στη Νήαρ Ηστ. Τον είχα δει νωρίτερα σε ένα παιχνίδι με τον Παναθηναϊκό. Ήταν ψηλός, λιγνός και με εξαιρετική πάσα. Είχε μυαλό. Το πρώτο πράγμα που θέλαμε ήταν να του δώσουμε αυτοπεποίθηση. Αλτρουιστές (όπως ο Τσαρτσαρής και ο Διαμαντίδης) πρέπει να βρεθούν στον κατάλληλο περιβάλλον. Έψαξε τη ζωή του. Πήγε στην Ισλανδία για να βρει τον δρόμο του, πήρε τίτλους, έκανε οικογένεια. Ακολούθησε μία πορεία. Αυτό είναι πάνω από κάθε τίτλο, Ξέρεις ότι έχει βοηθήσει λίγο».

– Θεωρείτε σωστή την επιλογή του Αντρέα Τρινκιέρι ή θα έπρεπε να εμπιστευόμαστε τους Έλληνες προπονητές και όχι ξένους;

«Η λέξη “ξένος” έχει θετικό νόημα μόνο στην ελληνική γνώση. Παλιότερα, οι γιαγιάδες μας έλεγαν πως έχουν “ξένο” στο σπίτι, εννοώντας κάποιον δικό τους. Πριν τους κοινοτικούς, το “κακό” του ελληνικού μπάσκετ ήταν οι Σέρβο προπονητές. Πιστεύω το ακριβώς αντίθετο. Μέσα από τη ζύμωση, το δυνατό πρωτάθλημα και τους καλούς προπονητές, ξένους και Έλληνες, όλοι πρέπει να λαμβάνουμε τα πρέπει να λαμβάνουμε τα θετικά και να απομονώνουμε τα αρνητικά. Όσο για τον Τρινκέρι; Πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα φιλόξενοι και να τον αφήσουμε να δουλέψει με ηρεμία, αφού εκπροσωπεί όλους εμάς».

– Οι σχέσεις σας με τον Γιώργο Μπαρτζώκα είναι πολύ καλές. Τι ακριβώς έγινε στην συνέντευξη τύπου στο ΟΑΚΑ; Υπήρχε όντως παρεξήγηση μεταξύ σας;

« Τα περιοδικά που κυκλοφορούσαν την δεκαετία του ’90 έβαλαν τον Έλληνα στην διαδικασία της ίντριγκας. Της ματιάς στην…κλειδαρότρυπα, αν θέλετε. Εκείνη τη στιγμή θεώρησα πως υποτιμούσε την προσπάθεια των αθλητών μου και αντέδρασα. Μόλις τελειώσαμε μιλήσαμε σαν να μην είχε γίνει τίποτα. Εγώ και ο Γιώργος μιλούσαμε για 10 λεπτά πριν αρχίσει ο δεύτερος τελικός, αυτό όμως δεν απασχόλησε κανέναν. Έχουμε κριτική δίχως θέση, δηλαδή “κουτσομπολιό».

 Τι να περιμένουμε από τον Παναθηναϊκό του 2014;

«Θα είναι ακόμα πιο δύσκολη χρονιά. Στόχος μας είναι να κρατήσουμε τον κορμό, αλλά δεν εξαρτάται αποκλειστικά από εμάς. Ζητούμενη είναι η διάρκεια στο παιχνίδι. Αν κάνουμε και μερικές καλές μεταγραφές θα είμαστε καλά. Αν δεν γίνει αυτό, πάμε πάλι από την αρχή.

– Ο στόχος της χρονιάς που έρχεται ποιός θα είναι; Ο κόσμος ήδη ζητάει την Ευρωλίγκα….

«Στόχος δεν υπάρχει ακόμα. Ξέρετε, οι απαιτήσεις του κόσμου μοιάζουν με εκείνες του συνταξιούχου που ζητάει την σύνταξη του. Δίκιο έχουν όλοι. Επειδή θεωρούμε κάποια πράγματα ως δεδομένα, να σας πω ότι δεν είναι έτσι. Βλέπετε, κάποτε είχαμε την “γενιά των 700 ευρώ”. Και διαμαρτυρόμασταν, ξεχνώντας πως οι προηγούμενες γενιές έμπαιναν στην παραγωγική διαδικασία για πολύ λιγότερα χρήματα. Μάλιστα, έχω ακούσει και μία ωραία ατάκα, η οποία αναφέρει “μήπως ξέρεις κανείς έναν από την γενιά των 700 ευρώ για να δανείσει”! Η αγορά, πλέον, είναι παγκόσμια. Συναγωνιζόμαστε τους πάντες. Έτσι είναι και το μπάσκετ. Λίγα μέτρα από εμάς υπάρχει το πιο τρανό παράδειγμα. Το ποδόσφαιρο του Παναθηναϊκού και η ΑΕΚ. Αν πας πιο μακριά από το πάπλωμά σου. Εμείς θα κάνουμε το καλύτερο. Τα πράγματα δεν θα είναι εύκολα και δεν θα πούμε ψέματα στον κόσμο. Μόνο αλήθεια».




Σχόλια