Δύσκολη αρχή για το 2017

914 0

Του Κωνσταντίνου Μίχαλου*

Σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της κυβέρνησης, δια του προϋπολογισμού, το 2017 θα είναι έτος ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία, με ρυθμό μάλιστα της τάξης του 2,5%. Όσο κι αν θα θέλαμε οι εκτιμήσεις αυτές να επαληθευτούν, η κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην πραγματική οικονομία δεν επιτρέπει μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας. Ήδη από την αρχή της χρονιάς, επιχειρήσεις και εργαζόμενοι καλούνται να αντιμετωπίσουν μια νέα φοροκαταιγίδα, ενώ εκτιμάται ότι το 2017 οι φόροι και οι εισφορές θα υπερβούν το 60% του εισοδήματος των Ελλήνων. Περίπου 6 εκατομμύρια φυσικά και νομικά πρόσωπα θα κληθούν να πληρώσουν 2,5 δισ. ευρώ επιπλέον σε φόρους, σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Σε αυτές τις επιβαρύνσεις προστίθεται η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών, που ισοδυναμεί με μείωση εισοδήματος για μεγάλες ομάδες μισθωτών, αλλά και η πρωτοφανής αύξηση των εισφορών για τους ελεύθερους επαγγελματίες.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η επιχειρηματική επιβίωση ισοδυναμεί με μια καθημερινή μάχη. Ήδη τη διετία 2015 – 2016 πάνω από 100.000 φυσικά και νομικά πρόσωπα με επιχειρηματική δραστηριότητα έκλεισαν τα βιβλία τους, ενώ από το 2011 οι διακοπές εργασιών φθάνουν τις 250.000. Επιπλέον, στην αγορά εργασίας τείνουν να κυριαρχήσουν οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης, αφού πάνω από το 50% των νέων προσλήψεων αφορά θέσεις μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης.

Η σημαντικότερη, σε αυτή τη φάση, προϋπόθεση για να βελτιωθεί η κατάσταση εντός του 2017 είναι η ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος, η οποία θα ανοίξει το δρόμο για μια σειρά από θετικές εξελίξεις, όπως είναι η πρόσβαση της Ελλάδας στο μηχανισμό ποσοτικής χαλάρωσης, η εφαρμογή των μέτρων για τη βιωσιμότητα του χρέους, η αποπληρωμή οφειλών στον ιδιωτικό τομέα κτλ. Είναι κατανοητό ότι η αδιαλλαξία και η αδυναμία συμφωνίας μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμών και του ΔΝΤ ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την μέχρι τώρα καθυστέρηση. Ωστόσο, η διατήρηση της εκκρεμότητας επιβαρύνει κυρίως τη θέση της Ελλάδας. Είναι, επομένως, απαραίτητο να παρουσιαστεί εκ μέρους της ελληνικής πλευράς μια συμβιβαστική λύση, η οποία θα εμπεριέχει μια κοινά αποδεκτή πρόταση για τα πρωτογενή πλεονάσματα μετά το 2018.

Η πρόταση αυτή ενδεχομένως να συνοδεύεται και από ορισμένα μέτρα, με στόχο να πεισθούν οι δανειστές ότι υπάρχουν δομικές αλλαγές στη δημοσιονομική μας πολιτική, που θα σταθεροποιήσουν σε βάθος χρόνου τους οικονομικούς δείκτες και δεν θα προκληθούν νέες μαύρες τρύπες. Μια τέτοια πρόταση θα μπορούσε να είναι η δέσμευση για πρωτογενές πλεόνασμα στο 2,5% του ΑΕΠ μετά το 2018 και η υιοθέτηση μέτρων προς την κατεύθυνση της μείωσης των φορολογικών βαρών κατά 1% του ΑΕΠ στις επιχειρήσεις, που θα ενίσχυαν την παραγωγική διαδικασία στη χώρα μας, βάζοντας μπρος τη μηχανή της ανάπτυξης.

Η ολοκλήρωση της αξιολόγησης, σε συνδυασμό με τη διαμόρφωση ενός ευνοϊκότερου φορολογικού περιβάλλοντος για την επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις, την επιτάχυνση της διαδικασίας διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων και την συνέχιση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να επιτευχθεί μια θετική πορεία για την οικονομία και την αγορά το 2017.

*Ο Κωνσταντίνος Μίχαλος είναι Πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών



Join the Conversation