Σε αντίθεση με τη συρρίκνωση της εσωτερικής αγοράς δομικών υλικών, η οποία  εμφανίζει πτώση από το 2008 και μετά, o τομέας του μαρμάρου όλα αυτά τα χρόνια εξακολουθεί  την ανοδική του πορεία με βασικό στοιχείο τον  εξαγωγικό προσανατολισμό του μέχρι και 75-80% της συνολικής παραγωγής των παραγόμενων μαρμαρικών προϊόντων.Οι εξαγωγές στο σύνολο του τομέα μαρμάρων και προϊόντων φυσικών λίθων, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ) και την επεξεργασία από το Υπουργείο Περιβάλλοντος κι Ενέργειας (ΥΠΕν), ήταν την τελευταία διετία, στο επίπεδο των 830-850 χιλ τον. και συνολικής αξίας 230-260 εκατ. ευρώ ετησίως, συνεχίζοντας έτσι, την ανοδική τροχιά που έχει ξεκινήσει από το 2008, όταν η εγχώρια ζήτηση άρχισε να επηρεάζεται από την οικονομική κρίση. Παράλληλα, οι εισαγωγές κυμάνθηκαν σε χαμηλά επίπεδα των 30-33 εκατ. ευρώ ετησίως, εξαιτίας της μειωμένης ζήτησης του μαρμάρου στην εγχώρια αγορά (διάγραμμα).

πιν
Από το προϊόν που εξάγεται, το 40% περίπου κατευθύνεται πλέον προς την Κίνα και το υπόλοιπο εξαγόμενο μάρμαρο διατίθεται σε χώρες της Μέσης Ανατολής, στις ΗΠΑ και σε μικρότερο βαθμό στην ευρωπαϊκή αγορά. Σε αυτό συνέβαλε η ποιοτική ανωτερότητα του ελληνικού μαρμάρου (χρώματα, φυσικομηχανικά χαρακτηριστικά κλπ) που αποτελεί σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα των επιχειρήσεων του κλάδου στις εξαγωγικές δραστηριότητες.

Επίσης σημαντική είναι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων με διαρθρωτικές αλλαγές στο επιχειρησιακό μοντέλο, την οργάνωση της δουλειάς, τη διασφάλιση της ποιότητας των παραγομένων προϊόντων και τέλος τη μετεξέλιξη από την απλή διεκπεραίωση της πώλησης τυποποιημένων προϊόντων μαρμάρου στην παροχή ολοκληρωμένων λύσεων.

Η ανάπτυξη του μαρμάρου εδράζεται στην Ελληνική Περιφέρεια αλλά είναι δυστυχώς ανισοβαρής, βασιζόμενη κύρια στις εξαγωγές των μεγαλύτερων εταιρειών του τομέα και σε προϊόντα περιοχών όπως Θάσος, Καβάλα, Δράμα, Δυτ. Μακεδονία και Πεντέλη που έχουν αξιοσημείωτη ζήτηση. Oι ηγέτιδες εταιρείες του κλάδου επιδεικνύουν εξωστρεφή συμπεριφορά και επιτυγχάνουν αυξημένους κύκλους εργασιών κυρίως λόγω του εξαγωγικού προσανατολισμού αλλά και επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη νέων κοιτασμάτων. Ενδεικτικά αναφέρονται οι εταιρείες: Παυλίδης ΑΕ.-Μάρμαρα-Γρανίτες, «FHL – Η. Κυριακίδης-Μάρμαρα-Γρανίτες Α.Β.Ε.Ε»,  Ικτίνος Ελλάς ΑΕ, ΑΕΒΕ Λατομείων Μαρμάρου Διονύσου Πεντέλης (Dionyssomarble) και Μάρμυκ Ηλιόπουλος ΕΠΕ. Αντίθετα,  οι μικροί και μεσαίοι παραγωγοί που προσδοκούν στην εγχώρια κατανάλωση, επιβιώνουν με δυσκολία προσδοκώντας σε στήριξη από την πολιτεία, είτε αναστέλλουν  τη λειτουργία των επιχειρήσεων τους.

πιν
Ενδεικτικά, στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, υφίστανται 5 ενεργά λατομικά κέντρα μαρμάρου όπου λειτουργούν περισσότερα από 135 λατομεία (200 άδειες εκμετάλλευσης) καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής αλλά και των εξαγωγών της χώρας σε ποσότητα και αξία (άνω του 90%), ενώ οι εργαζόμενοι της συγκεκριμένης περιφέρειας στον κλάδο εκτιμώνται σε 3.000-4.000 άτομα. Παράλληλα, πέραν των άμεσα εργαζόμενων στον τομέα, το μάρμαρο στηρίζει πολλά άλλα επαγγέλματα και υπηρεσίες της περιοχής, όπως μεταφορές, διάφορες τεχνικές κατασκευές, ακόμη και τον τομέα του τουρισμού, αφού καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους οι πόλεις της Δράμας, της Καβάλας και  του Λιμένα Θάσου, φιλοξενούν επιχειρηματικό κόσμο του μαρμάρου.

Οι εξαγωγές μαρμάρων προς την Κίνα, η οποία αποτελεί πλέον, την σημαντικότερη μαζική αγορά για το ελληνικό μάρμαρο, ανέρχονται  σε αξία στα  80-90 εκατ. €, αντιπροσωπεύοντας το 38-40% της συνολικής αξίας (αλλά και το 55-57 % της ποσότητας) των ελληνικών εξαγωγών μαρμάρου. Η τεράστια αγορά της Κίνας είναι μια σημαντική κατάκτηση για το ελληνικό μάρμαρο και  παρά την επιβράδυνση της ανάπτυξης της οικονομίας της  Κίνας από τους φρενήρεις ρυθμούς των προηγούμενων ετών, αποτελεί εγγύηση για την μελλοντική διάθεση των ελληνικών μαρμαρικών προϊόντων.

Εκτός από την Κίνα, σημαντικές αγορές που απορροφούν το ελληνικό μάρμαρο είναι: οι ΗΠΑ (αξία εξαγωγών 14 εκατ. €), τα Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα (αξία εξαγωγών 10.8 εκατ. € ), η Σιγκαπούρη (8.1 εκατ. €), το Κατάρ (7.6 εκατ. €), η Ιταλία (6.6 εκατ. ) και η Τουρκία (6.5 εκατ.) (οικονομικά στοιχεία 2014).
πιν

Δυστυχώς η απορρόφηση αυτή έχει και αρνητικές πλευρές, εφόσον ειδικά για την Κίνα αφορά σχεδόν αποκλειστικά ακατέργαστους όγκους μαρμάρου, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η προστιθέμενη αξία αλλά και να έχουμε απώλειες σε δημόσια έσοδα λόγω διαφορετικής δασμολογικής πολιτικής ανάλογα το βαθμό κατεργασίας του εξαγόμενου προϊόντος.

Πράγματι, αν εξετάσει κανείς την σύνθεση των εξαγωγών μαρμάρων αναφορικά με το βαθμό κατεργασίας σημειώνεται ότι από το σύνολο των εξαχθέντων μαρμάρων, μόλις το 25 % σε ποσότητα αφορούν κατεργασμένα προϊόντα (και 52% σε αξία), ενώ το ποσοστό των (ακατέργαστων) όγκων μαρμάρου φθάνει πλέον το 62% (75.1% αν συμπεριληφθούν και οι πλάκες)  σε ποσότητα και 41% (48% αν συμπεριληφθούν και οι πλάκες) σε αξία.

πιν

Επισημαίνεται  ότι σε ανάλογες αναλύσεις πριν από μια δεκαετία, το ποσοστό των ακατέργαστων  όγκων μαρμάρου που εξάγονταν, ουδέποτε ξεπερνούσε το 30% ενώ υπερίσχυαν τα τελικά επεξεργασμένα προϊόντα. Το ατυχές αυτό συμπέρασμα δεν είναι προφανώς αποτέλεσμα του βαθμού επάρκειας και της εγκατεστημένης δυναμικότητας κοπής και κατεργασίας στα ελληνικά εργοστάσια μαρμάρου ούτε του βαθμού εξειδίκευσης του απασχολούμενου ανθρώπινου δυναμικού αλλά αντιθέτως είναι αποτέλεσμα των στρεβλώσεων και της αβεβαιότητας που έχει προκύψει εξαιτίας της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης.

Γενικότερα ο κλάδος εξόρυξης, κοπής και επεξεργασίας μαρμάρου αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα, εκκρεμότητες, διοικητικές και θεσμικές ασάφειες  που αφορούν τόσο την αδειοδότησή του  όσο και την ανάγκη λήψης θεσμικών  ή άλλων πρωτοβουλιών ενίσχυσής του. Τα λατομεία μαρμάρων και φυσικών λίθων συνεχίζουν να αδειοδοτούνται με τον Ν.669 του 1977 (ΦΕΚ Α 241)  από ελλιπέστατες  διοικητικές δομές  (των 2-3 ατόμων)  οι οποίες είναι επιφορτισμένες με το τεράστιο έργο της διαχείρισης  600 και πλέον αδειοδοτημένων  χώρων καθώς και των νέων αιτημάτων τόσο για έρευνα όσο και εκμετάλλευση σε όλη την επικράτεια. Ο εντοπισμός νέων μαρμαροφόρων περιοχών γίνεται σε συντριπτικό βαθμό «τυχαία» από τους ίδιους τους εκμεταλλευτές, χωρίς προηγούμενη γεωλογική ή κοιτασματολογική μελέτη της εκάστοτε περιοχής.  Η αποκατάσταση περιβάλλοντος των λατομικών χώρων και  η διαχείριση/αξιοποίηση των στείρων και παραπροϊόντων (αποτελούν το 80-90% του εξορυσσόμενου υλικού) γίνονται πλημμελώς ενώ δεν υφίσταται εφαρμοστέα διαδικασία αποκατάστασης των χώρων στην περίπτωση κατάπτωσης της σχετικής εγγυητικής επιστολής. Τα μισθώματα που βεβαιώνονται υπέρ του  ελληνικού  δημοσίου από τα μισθωμένα δημόσια λατομεία δεν υπερβαίνουν  τα 2-3 εκατ. ευρώ ετησίως (άλλα τόσα εισπράττονται από τους κατά τόπους ΟΤΑ) ενώ κι αυτά είναι επισφαλή διότι οι περισσότερες μικρομεσαίες επιχειρήσεις μαρμάρου βρίσκονται σε διακανονισμούς οφειλών λόγω οικονομικής κρίσης.

Συμπερασματικά, το μάρμαρο είναι ένας παραδοσιακός τομέας που έχει  εδραιωθεί στην ελληνική κοινωνία και συνεχίζει να προσφέρει στην εθνική οικονομία ακόμη και στα ζοφερά χρόνια της κρίσης,  αυξάνοντας την εξωστρέφεια και την ανταγωνιστικότητά του. Αξίζει της προσοχής μας και όχι μόνον!

* Δρ. Πέτρος Τζεφέρης – συγγραφέας, διευθυντής ΥΠΕν. 

Πηγή capital.gr