Έξι ειδικοί μιλούν για την κρίση στην Ευρωζώνη

68 0

Noah Barkin,ειδικός ανταποκριτής για την Ευρώπη του Reuters
Ναι και όχι (ή jein, όπως το λένε οι Γερμανοί). Η Ευρώπη δεν οδηγείται πίσω στις ημέρες του 2011-2012 όταν μια έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη θεωρούνταν μια υπαρξιακή απειλή για το ενιαίο νόμισμα και οι επενδυτές παρακολουθούσαν νευρικά την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων σε ολόκληρη τη Νότια Ευρώπη. Αλλά η ΕΕ μπορεί να εισέρχεται σε ένα διαφορετικό είδος κρίσης –ένα που είναι περισσότερο πολιτικό παρά οικονομικό και στο οποίο ο ευρωσκεπτικισμός εξαπλώνεται στην καρδιά της ευρωζώνης.

Τόσο η Γαλλία όσο και η Γερμανία έχουν εκλογές το 2017. Και σε κάθε χώρα, το πολιτικό κατεστημένο αντιμετωπίζει μια απειλή από ένα κόμμα που αμφισβητεί ανοιχτά τα οφέλη του ευρώ και της ΕΕ. Στο Βερολίνο, πολιτικοί από το συντηρητικό μπλοκ της Καγκελαρίου Angela Merkel, συσπειρώνονται εναντίον των χαμηλών νομισματικών πολιτικών της ΕΚΤ, εν μέρει διότι φοβούνται ότι το λαϊκιστικό Alternative for Deutschland θα χρησιμοποιήσει αυτό το θέμα προς όφελός τους. Στη Γαλλία, μπορεί κανείς να περιμένει περισσότερη ρητορική κατά της Ευρώπης κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, εξαιτίας της ισχύς του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου και της εξασθένισης της οικονομίας.

Εν τω μεταξύ, εάν η Βρετανία ψηφίσει να εγκαταλείψει την ΕΕ στο δημοψήφισμα που θα διεξαχθεί τον Ιούνιο, θα είναι δύσκολο να εξισορροπηθεί η αίσθηση ότι η Ευρώπη αποσυντίθεται μετά από μισό αιώνα ολοκλήρωσης. Για να το πετύχει αυτό, η ευρωζώνη θα χρειαστεί να ενωθεί πίσω από ένα όραμα μιας όλο και μεγαλύτερης ένωσης. Αλλά με το Βερολίνο και το Παρίσι «στα μαχαίρια» για το πώς θα μοιάζει η ένωση, και τους πολίτες να διερωτώνται όλο και περισσότερο εάν το θέλουν αυτό, οι πιθανότητες η Ευρώπη και η ευρωζώνη να βυθιστεί πιο βαθιά στην κρίση είναι εξαιρετικά υψηλές.

Matthias Bauer, επικεφαλής οικονομολόγος του Ευρωπαϊκού Κέντρου για τη διεθνή πολιτική οικονομία
Το 2017 θα είναι η δέκατη επέτειος από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση που οδήγησε στα δεινά της ευρωζώνης. Αναμφισβήτητα, υπάρχει συναίνεση για το τι μετέτρεψε τα περιστατικά μετά το 2017 σε κρίση: η κατάρρευση των τιμών των assets, ένας κίνδυνος bank run, η συρρίκνωση της παγκόσμιας και εθνικής πίστωσης, μια μαζική ύφεση από την άποψη της σοβαρής υποχώρησης της οικονομικής δραστηριότητας, και οι φαινομενικά αμετάκλητες αυξήσεις στα ποσοστά ανεργίας. Στα αίτια της κρίσης ήταν οι φτωχές και ασταθείς πρακτικές δανεισμού των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, και οι πολιτικά αμελείς καθυστερήσεις των διαρθρωτικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων στο επίπεδο των κρατών-μελών της ΕΕ.

Τι έχει αλλάξει μέχρι στιγμής; Όχι πολλά. Τα ασφάλιστρα κινδύνου έχουν αυξηθεί για τους δανειολήπτες του δημοσίου, αλλά αυτό δεν έχει αποτρέψει τις κυβερνήσεις από το να συσσωρεύσουν ακόμη περισσότερο δημόσιο χρέος, παρά τους προφορικώς ενισχυμένους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ. Το μέγεθος των μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων έχει αυξηθεί, επιδεινώνοντας το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου της ευρωζώνης για άλλη μία φορά.

Τι είναι νέο; Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει αναλάβει τον ρόλο μιας εμπορικής τράπεζας, ουσιαστικά ωθώντας το χρέος του δημοσίου τομέα σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα, αλλά χωρίς έλεγχο του μηχανισμού νομισματικής μετάδοσης, πόσο μάλλον την πολιτική μόχλευση για την επιβολή διαρθρωτικών θεσμικών μεταρρυθμίσεων στα κράτη-μέλη.

Θα υπάρξει άλλη κρίση; Σε ό,τι αφορά την σοβαρή αστάθεια στην αγορά assets, το πιο πιθανό είναι «ναι», κάποια στιγμή στο μέλλον. Σε ό,τι αφορά μια νέα ύφεση, πιθανώς όχι στο προσεχές μέλλον. Αλλά ο στασιμοπληθωρισμός είναι πιθανό να συνεχίσει να αποτελεί ένα βασικό χαρακτηριστικό των οικονομιών της ευρωζώνης εκτός κι αν τα κράτη-μελη καταφέρουν να δημιουργήσουν μια πραγματικά ενιαία αγορά για το 70% της ευρωπαϊκής οικονομικής δραστηριότητας που ακόμη διέπεται –και συχνά προστατεύεται- από εθνικούς νόμους.

Uri Dadush, ανώτερος συνεργάτης στο Carnegie Endowement for International Peace
Η κρίση της ευρωζώνης δεν τελείωσε ποτέ. Ήταν οξεία, τώρα είναι χρόνια. Ορισμένες χώρες, όπως η Ιρλανδία, έχουν σαφώς ξεφύγει. Αλλά αλλού η κληρονομιά της κρίσης παραμένει με την μορφή πολύ υψηλότερων κυβερνητικών χρεών. Το νιοστό δράμα διάσωσης της Ελλάδας, η ανεργία και το πολιτικό χάος της Ισπανίας, και τα τεράστια μη εξυπηρετούμενα δάνεια της Ιταλίας, είναι κάποια από τα πλέον ορατά συμπτώματα.

Θα πάνε πάλι πίσω στην εντατική οι χώρες; Ή θα χρειαστούν ανάνηψη, όπως η Ελλάδα; Δεδομένης της ήπιας αλλά σταθερής ανάπτυξης του παγκόσμιου ΑΕΠ, ενός υποτιμημένου ευρώ, των χαμηλών τιμών πετρελαίου και του φθηνού χρήματος, τα οποία υπάρχουν όλα σήμερα, δεν περιμένω τίποτα από αυτά.

Αλλά η καλοκαιρία επίσης δεν διαρκεί για πάντα. Για χώρες όπως η Ιταλία, ο χρόνος περνά. Η άρνηση της Γερμανίας, της Ολλανδίας και άλλων να αναδιαρθρωθούν τα ελληνικά χρέη –όπως το ΔΝΤ επιμένει πως πρέπει να συμβεί- είναι ανεύθυνη. Η μετάδοση από την επόμενη ελληνική κρίση ίσως να μην είναι τόσο εύκολο περιοριστεί όπως στο παρελθόν.

Thomas Klau, διευθυντής του K-Feld & Co
Μήπως έφυγε ποτέ η κρίση της ευρωζώνης; Όχι εάν ρωτήσεις τους Έλληνες ή τους Πορτογάλους. Ασφαλώς, θα υπάρξει μεγάλη αναταραχή, αν και πιθανώς όχι το 2016. Οι οικονομικές ανισορροπίες, οι οικονομικές αδυναμίες, οι κατακερματισμένες πολιτικές και η ασύνδετη διακυβέρνηση της ευρωζώνης, θα το εμφανίσουν αυτό. Αλλά η κρίση –ως μια δύναμη αρκετά ισχυρή για να διασπάσει την ευρωζώνη- σχεδόν σίγουρα δεν θα επιστρέψει.

Ακούω τις κραυγές των αμφισβητιών. Γιατί αισιοδοξώ; Από το 2008, οι φορές χάραξης πολιτικής της ευρωζώνης πάντα έβρισκαν αρκετά σθένος και σοφία για να κρατήσουν την ευρωζώνη ενωμένη. Όλες οι πλευρές έπρεπε να καταπιούν λίγη περηφάνια και προκατάληψη. Η ΕΚΤ είναι λιγότερο γερμανική, το ελληνικό ακροαριστερό κόμμα ΣΥΡΙΖΑ είναι λιγότερο ριζοσπαστικό, και η ισπανική πολιτική είναι λιγότερο αρτηριοσκληρωτική. Ποιος παραπονιέται; Το πιο σημαντικό: πουθενά δεν εξελέγησαν για να τραβήξουν την πρίζα από το ευρώ, παρά τον οικονομικό πόνο και την πολιτική αγωνία. Γιατί δεν λέει κανείς ότι οι περισσότερες εκλογές από το 2008 και μετά ήταν ουσιαστικά δημοψηφίσματα για το ευρώ και ότι το ευρώ τα έχει κερδίσει όλα;

Όλα καλά λοιπόν; Ασφαλώς όχι. Ναι, η ευρωζώνη είναι εδραιωμένη στην πολιτική βούληση: οι ψηφοφόροι γνωρίζουν πως η αποσύνδεση από το ενιαίο νόμισμα θα έβαζε σε κίνδυνο το πολύτιμο μεταπολεμικό project ολοκλήρωσης της Ευρώπης. Αλλά ένα νόμισμα χρειάζεται έναν προϋπολογισμό, φόρους, μια βουλή, και μια κυβέρνηση. Όσο το ευρώ έχει μερικά από αυτά τα χαρακτηριστικά, θα παραμένει περισσότερο εκτεθειμένο και λιγότερο ανθεκτικό από το αμερικανικό δολάριο.
Επομένως θα συμβούν περισσότερες κρίσεις –λιγότερο απειλητικές από την πρώτη, αλλά αρκετά απειλητικές μέχρι η ΕΕ να δώσει στην ευρωζώνη την κυβέρνηση που χρειάζεται. Αυτό θα συμβεί διότι η ενοποίηση θα συνεχίσει να κερδίζει την αποσύνδεση. Αλλά δυστυχώς, για να συμβεί αυτό, μια κρίση δεν θα είναι αρκετή. Per aspera ad astra.

Νίκος Κουτσιάρας, senior research fellow στο Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής

Η πιο οξεία φάση της κρίσης της ευρωζώνης έχει περάσει, χάρη στον πρόεδρο της ΕΚΤ, Mario Draghi. Παρόλα αυτά, η Ευρώπη απέχει πολύ από το να κηρύξει την κρίση μια άσχημη εμπειρία του παρελθόντος. Η ανάπτυξη παραμένει ασθενής εάν όχι απατηλή, η ανεργία είναι σταθερά υψηλή, οι τράπεζες βρίσκονται ακόμη σε κακή κατάσταση, το ιδιωτικό και δημόσιο χρέος είναι ανησυχητικά υψηλό και οι μη χρηματοδοτούμενες υποχρεώσεις του δημοσίου τομέα, δεν έχουν τεθεί υπό έλεγχο.

Παρά τις κάποιες θετικές ενδείξεις, ιδιαίτερα από την Ισπανία, οι περιφερειακές οικονομίες, πρώτα και κύρια της Ελλάδας, εδώ και καιρό καλούνται να ακολουθήσουν μια πορεία λιτότητας, εσωτερικής υποτίμησης και απορρύθμισης της αγοράς εργασίας που έχει δημιουργήσει μόνο εύθραυστα αποτελέσματα. Στην περίπτωση της Ελλάδας, αυτή η προσέγγιση έχει οδηγήσει σε σημαντικό και πολύ πιθανώς μη αναστρέψιμο κοινωνικό και οικονομικό πόνο.

Οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης έχουν συλλογικά επιλέξει μια πολιτική αδύναμης διαχείρισης της κρίσης -της προσποίησης και της επέκτασης της ποικιλίας- και μακροπρόθεσμης θεσμικής μεταρρύθμισης. Ως εκ τούτου, το φορτίο της διαχείρισης της κρίσης έχει τοποθετηθεί σε μεγάλο βαθμό στην ΕΚΤ, αν και υπάρχουν αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα και την νομιμότητα των μη συμβατικών πολιτικών της τράπεζας. Επιπλέον, η θεσμική μεταρρύθμιση μεετά βίας έχει καταστήσει την ευρωζώνη αλώβητη από την κρίση, καθώς η τραπεζική ένωση της ΕΕ δεν καλύπτει τις πραγματικές ανάγκες.

Η θεσμική μεταρρύθμιση θα πρέπει να επιλέξει είτε τον πλήρη φλεγματικό δημοσιονομικό φεντεραλισμό είτε την πραγματική δημοσιονομική αποκέντρωση που συνδέεται με την ανεμπόδιστη πειθαρχία της αγοράς. Ακολουθώντας την μέση οδό, αν και σε ποσοτικά διαφορετική μορφή αυτή την φορά από την προ κρίσης περίοδο, πιθανότατα θα οδηγήσει την ευρωζώνη για ακόμη μία φορά στον χειρότερο από όλους τους πιθανούς κόσμους.

Simon Tilford, αναπληρωτής διευθυντής του Centre for European Reform

Η κρίση του ευρώ ποτέ δεν έφυγε και θα επιδεινωθεί κατακόρυφα μόλις γυρίσει ο οικονομικός κύκλος. Η ευρωζώνη δυσκολεύεται να αναπτυχθεί περισσότερο από 1,5% ετησίως, σε αυτό που είναι πιθανώς η κορυφή του οικονομικού κύκλου και με την παραγωγή να βρίσκεται οριακά πίσω στα προ κρίσης επίπεδα. Η ενιαία νομισματική ένωση εξακολουθεί να στερείται τα απαραίτητα θεσμικά όργανα όπως μια πλήρης τραπεζική ένωση ή ένας μηχανισμός μεταφοράς κεφαλαίων μεταξύ κρατών-μελών. Ούτε υπάρχει συντονισμός μακροοικονομικών πολιτικών για να διασφαλίσει ένα επαρκές επίπεδο ζήτησης κατά μήκος της ευρωζώνης.

Η ευρωζώνη θα εισέλθει κατά πάσα πιθανότητα στην επόμενη κρίση με τα επιτόκια στο μηδέν και με υψηλά επίπεδα ανεργίας και χρέους. Η ΕΚΤ δεν θα είναι σε θέση να μειώσει τα επιτόκια και αυτά τα κράτη-μέλη που έχουν περισσότερο ανάγκη δημοσιονομικής στήριξης θα έχουν την μικρότερη ελευθερία να το μεταδώσουν. Το αποτέλεσμα θα είναι μια νέα ύφεση στις χώρες που δεν θα έχουν ανακάμψει από την προηγούμενη, στο πλαίσιο μιας επίμονα ισχυρής στήριξης για λαϊκιστικά κόμματα και με τις τράπεζες ακόμη αδύναμες και σε ανάγκη στήριξης από ασθενή κράτη.

Σε αυτό το σημείο, θα είναι make-or-break για τα μεγάλα θεσμικά ερωτήματα. Είναι πιθανό οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης να δαγκώσουν την σφαίρα και να συμφωνήσουν σε ομοσπονδιακούς οργανισμούς καταμερισμού του κινδύνου. Αλλά είναι εξίσου πιθανό ότι δεν θα συμβεί.

 

Πηγή: Capital.gr



Join the Conversation