Η ωμότητα μίας παρέμβασης…

98 0

«Η κοινωνία, στην οποία δεν έχει εξασφαλιστεί η εγγύηση των (ανθρωπίνων) δικαιωμάτων, ούτε έχει καθοριστεί ο χωρισμός των εξουσιών, δεν έχει καθόλου συγκρότηση».

Αυτό ήταν, λοιπόν, το άρθρο 16 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789, κατά τη Γαλλική Επανάσταση. Μία θεμελιακή δημοκρατική αρχή, που ενσωματώθηκε στη συνέχεια στο Γαλλικό Σύνταγμα του 1791. Μία αρχή που περιλαμβάνεται σε όλα τα δημοκρατικά Συντάγματα του δυτικού κόσμου και εισήλθε και στη δική μας έννομη τάξη από τις απαρχές της ίδρυσης του ελληνικού κράτους.

Η πρόσφατη μεταδικτατορική πολιτική μας εμπειρία, μάς έχει «χαρίσει» πλειάδα παραδειγμάτων διασάλευσης της εν λόγω αρχής. Από το σκάνδαλο Κοσκωτά, μέχρι τον … «ψηλό παναθηναϊκάκια εισαγγελέα», ο πολιτικός μας βόρβορος όζει από ανάλογες ακανθώδεις περιπτώσεις.

Παρ’ όλα αυτά, η πρόσφατη περίπτωση Παπαγγελόπουλου – Τσατάνη είναι ένα μικρό βήμα παραπέρα. Ένα μικρό βήμα, που μάλλον, όμως, είναι και το κρίσιμο, προς το γκρεμό της απαξίωσης και της φθοράς και του τελευταίου ίσως καταφυγίου που έστεκε ως ελπίδα για τον απλό πολίτη: μίας ελπίδας δικαιοσύνης, όχι καθ’ όλα άμεμπτης, αλλά τουλάχιστον αποδιδομένης.

Το κουβάρι της ιστορίας είναι γνωστό: Διεξάγεται προκαταρκτική έρευνα εις βάρος του επιχειρηματία κ. Βγενόπουλου, η εισαγγελέας εφετών κ. Τσατάνη ζητά την δικογραφία για να τη συσχετίσει με κάποια άλλη που χειρίζεται και εκδίδει απαλλακτική διάταξη, «αθωώνοντας» με τον τρόπο αυτό τον επιχειρηματία. Αφού έχει εκδώσει την απαλλακτική διάταξη, με επιστολή της ενημερώνει ότι δέχθηκε αφόρητες πιέσεις από τον αναπληρωτή υπουργό δικαιοσύνης κ. Παπαγγελόπουλο, προκειμένου να επιστρέψει τη Δικογραφία στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, που τη χειριζόταν πριν από εκείνη. Ο Υπουργός απαντά ότι η ίδια του ζήτησε τη νομική του άποψη και διερωτάται πώς είναι δυνατόν ο κ. Βγενόπουλος να γνωρίζει την απαλλαγή του πριν εκδοθεί η διάταξη.

Όπως σε κάθε ιστορία παραφροσύνης που δημοσιεύεται, υπάρχουν πάντα δύο πλευρές. Ο ακροατής καλείται να κρίνει με βάση την πειστικότητα των μερών, αλλά και των επιχειρημάτων τους, αλλά και από έναν τρίτο παράγοντα, που έχει να κάνει με τη διαδρομή των δύο ανθρώπων και την προσωπική τους ιστορία. Ο παράγοντας αυτός έρχεται πάντοτε τελευταίος και θα πρέπει στην κρίση μας να ασκεί μικρή επιρροή, καθώς δεν είναι αδύνατον ένας άνθρωπος με συγκεκριμένη συμπεριφορά να οδηγηθεί σε πράξη που δεν συνάδει με αυτήν. Κι επίσης, είναι άδικο να κρίνουμε κάποιον με βάση την ιστορία του, και όχι με βάση την πραγματικότητα.

Στην περίπτωσή μας, σε αυτόν ακριβώς τον παράγοντα μπορεί να εντάσσεται από τη μία η σύνδεση της κας Εισαγγελέως με τον χώρο της Νέας Δημοκρατίας (συγγενείς υποψήφιοι) και από την άλλη η κοινή πορεία ΣΥΡΙΖΑ – Παπαγγελόπουλου. Εδώ όμως, τα στοιχεία είναι τόσο κραυγαλέα και συγκεκριμένα, που μάλλον παρέλκει η τελευταία αυτή παραμετροποίηση: Παρά την ανταλλαγή επιστολών, δεν έχει απαντηθεί το εξής: Γιατί η κ. Εισαγγελέας έπρεπε να μεταβεί στο γραφείο του Υπουργού, προκειμένου να ζητήσει τη «νομική του συμβουλή», όπως ο ίδιος διατείνεται;

Τα τηλέφωνα έχουν εφευρεθεί γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό: προκειμένου να μην απαιτείται η μετάβασή μας σε ένα μέρος όπου «απλά» θέλουμε να ζητήσουμε μία «φιλική συμβουλή». Συνεπώς, άλλος είναι ο λόγος που η κ. Εισαγγελέας πήγε στον Υπουργό. Ενδεχομένως να της το ζήτησε και από αβρότητα εκείνη δεν ήθελε να αρνηθεί. Γιατί όμως ο Υπουργός το ζήτησε;

Αν ήθελε να της δώσει απλώς μία «φιλική συμβουλή», γιατί δεν την έδινε, όπως είπαμε, διά τηλεφώνου; Μήπως φοβόταν κάτι και ήθελε να της μιλήσει εκ του σύνεγγυς; Και φυσικά, γιατί ένας υπουργός να δίνει «φιλικές συμβουλές»; «Φιλικές συμβουλές» δίνουν οι φίλοι, όχι οι υπουργοί στους εισαγγελείς.

Σε κάθε περίπτωση, το κυρίαρχο πρόβλημα που εδώ γεννάται είναι η νομιμοποίηση της κρατικής παρεμβατικότητας στη Δικαιοσύνη. Όταν το θέμα ήρθε στην επιφάνεια, ο Υπουργός έσπευσε να διευκρινίσει ότι ήταν μία «φιλική κουβέντα». Δεν θα μπορούσε άλλωστε να αρνηθεί την πραγμάτωση της επίσκεψης. Κανένας λόγος για το ότι έγινε συνάντηση, κανένας λόγος για το ότι αυτό δεν πρέπει να γίνεται, μόνο ότι έγινε σε φιλικό κλίμα.

Με τον τρόπο, όμως, αυτό, νομιμοποιείται στην κοινωνική συλλογική συνείδηση η δυνατότητα ενός υπουργού να συνομιλεί με έναν εισαγγελέα, όχι απλά παραβιάζοντας την μυστικότητα της προκαταρκτικής εξετάσεως, αλλά δίνοντας και συμβουλές για το τι θα πρέπει να πράξει.

Μετά την προσπάθεια χαλιναγώγησης των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, τώρα φαίνεται να έχει έρθει η ώρα και της Δικαιοσύνης. Όλα αυτά, όμως, θυμίζουν έντονα απολυταρχικά καθεστώτα, όπου όλες οι εξουσίες ασκούνται από ένα όργανο, το οποίο δεν ελέγχεται από κανέναν.

Σε ένα κράτος όπου οι Νόμοι τηρούνται και η δημοκρατία λειτουργεί, ο Αναπληρωτής Υπουργός Δικαιοσύνης δεν αποδέχεται με χαμόγελο την παράκληση ενός εισαγγελέα να τον βοηθήσει στον χειρισμό μίας υπόθεσης. Η δικαιοσύνη δεν είναι το τσιφλίκι κανενός. Κόβει μαχαίρι την όποια συνεννόηση, και αν υφίσταται η διάθεση για φιλική κουβέντα, αυτή μπορεί να γίνει, αλλά για πράγματα που δεν αφορούν τη δημοκρατία και τη λειτουργία των θεσμών.

Το δυστυχές για αυτό το πολύπαθο κράτος είναι ότι κάθε κυβέρνηση προσπαθούσε να ελέγξει τους πάντες και τα πάντα. Αυτή η κυβέρνηση έχει φτάσει στο σημείο να μην προσπαθεί να το κρύψει…

Η Σοφία Χ. Νικολάου είναι Δικηγόρος



Join the Conversation