Κλειστό επάγγελμα η ενημέρωση πλέον.. Μιλούν για τηλεοπτική άδεια, φέρνουν δημοκρατική ένδεια

108 0

Γράφει η Σοφία Χ. Νικολάου

 

Πάγια προεκλογική εξαγγελία του ΣΥΡΙΖΑ, τόσο πριν τις εκλογές του Γενάρη όσο και πριν από αυτές του Σεπτεμβρίου, αλλά και μόνιμη επωδός των κυβερνητικών στελεχών, αποτέλεσε και αποτελεί η πάταξη της μιντιακής διαπλοκής, μέσω της ξεκαθάρισης του τοπίου των τηλεοπτικών αδειών, της εισαγωγής νομοθετικού πλαισίου και της εν τέλει καταβολής «μισθώματος» εκ μέρους των υπαρχόντων ή επίδοξων «καναλαρχών». Είναι, όμως, άραγε, αυτή η νομοθετική ρύθμιση, που ψηφίστηκε πριν από μερικές ημέρες, τεχνικά, νομικά και πολιτικά ορθή? Ή μήπως αποτελεί άλλη μία έκφανση της κρατικίστικης ιδεοληψίας των κυβερνώντων, που  όμως, αυτή τη φορά βάλλει κατά του πυρήνα των θεμελιωδών δημοκρατικών ελευθεριών του ατόμου και του πολίτη;

 

Η ταχύτητα εισαγωγής του νομοθετικού πλαισίου και μάλιστα ως «σφήνα»-τροπολογία (ανεπίτρεπτης με βάση τον Κανονισμό της Βουλής και το Σύνταγμα-εκπρόθεσμης με βάση την επιστημονική επιτροπή της Βουλής) σε νόμο για την κύρωση μίας συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ Ελλάδος και Λευκορωσίας (!) καταδεικνύει την προσπάθεια της κυβέρνησης να πετάξει την μπάλα στην εξέδρα και να αλλάξει έστω για λίγο την ασφυκτική πολιτική επικαιρότητα των κινητοποιήσεων για το ασφαλιστικό. Είναι η μόνιμη προσπάθεια να αποδείξει στη λαϊκή κοινή γνώμη πως αποτελείται από τα παιδιά του λαού και είναι για το λαό και ήρθε για να τα βάλει με τη διαπλοκή και να αμυνθεί απέναντι σε έναν ανηλεή πόλεμο χαρακωμάτων που διεξάγεται εις βάρος της από το «μιντιακό κατεστημένο». Είναι η ίδια λογική που ήθελε τους εκπροσώπους του ΣΥΡΙΖΑ να ανακηρύσσουν τα κανάλια σε τρομοκράτες, όταν με ακραίο, είναι η αλήθεια, τρόπο, διακήρυτταν ότι «οδηγούμεθα στα βράχια» και είναι η ίδια ακριβώς λογική που οδηγεί τον κ. Κουρουμπλή να αναφωνεί πως «όσα κανάλια τα έβαλαν με την κυβέρνηση, θα κλείσουν..!»

 

Αν και δεν διεκδικώ δάφνες τεχνικών γνώσεων, ώστε να αποτιμήσω την διάσταση αυτή του ζητήματος, εξ όσων αναφύονται στη δημοσιότητα και δύναται να συνειδητοποιήσει η μέση αντίληψη, μάλλον αυτή χρησιμοποιείται κατά το δοκούν από την κυβέρνηση για να καλυφθούν κενά νομικής, συνταγματικής κι εν γένει πολιτικής υφής. Επικαλούμενοι οι κυβερνητικοί εταίροι μία έκθεση ενός «Ινστιτούτου» (!) της Φλωρεντίας, καταλήγουν πως η Ελλάδα δεν «σηκώνει» πάνω από τέσσερα (4) κανάλια εθνικής εμβέλειας. Χρησιμοποιούν, δε, στοιχεία από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τα οποία, όμως, δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Παραμετροποιούν, δε, τη δυνατότητα ύπαρξης των καναλιών με οικονομικά στοιχεία, άσχετα, όμως, με τη λογική της λειτουργίας της αγοράς και της ελεύθερης ανάπτυξης της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Πώς είναι δυνατόν ο νομοθέτης να ρυθμίζει πόσους σταθμούς αντέχει η ελληνική αγορά και όχι η ίδια η αγορά; Και πως είναι δυνατόν να απαγορεύει ο Νομοθέτης τη δημιουργία ενός ακόμα καναλιού στο μέλλον, αν φυσικά τηρεί ορισμένες, σύμφυτες με τη λογική και την επιχειρηματικότητα, προϋποθέσεις που εκείνος θα εισάγει; Μήπως τελικά οδηγούμαστε στη λογική του ενημερωτικού «μαντριού», με τους «δικούς μας» πλέον επιχειρηματίες να ελέγχουν τις ενημερωτικές ροές και όποιος πάει να ξεφύγει να τον τρώει ο λύκος;; Αν σε κάποιους κλάδους δεν ταιριάζει η λογική του «κλειστού» επαγγέλματος σίγουρα ο πρώτος είναι η ελεύθερη και πλουραλιστική ενημέρωση. Με τη λογική του ψηφισθέντος νόμου, ό,τι προκύψει από αυτόν τον σκανδαλώδη διαγωνισμό, αυτό θα μείνει για πάντα στην επιφάνεια των ενημερωτικών μας δυνατοτήτων. Εφεξής, ουδείς θα δύναται να αρθρώσει μία καινούρια, μία διαφορετική φωνή, πέρα από το πλαίσιο που θα εγκαθιδρυθεί. Ακόμη κι αν προκύψει μία νέα, υγιής, επιχειρηματική κίνηση, που θα επιθυμεί να εκφράσει κάτι διαφορετικό, αυτή έχει ήδη πεθάνει πριν καν γεννηθεί. Ο Νόμος Παππά τη στραγγάλισε από τώρα, για να είναι βέβαιοι οι προύχοντες ότι κανείς δεν θα χαλάσει τη σούπα. Πόση ακόμα φτώχεια – οικονομική, πολιτιστική, πολιτική, ενημερωτική, δημοκρατική – να αντέξει αυτός ο καταπονημένος λαός;

 

Ουδείς αντιλέγει στο ότι όποιος επιθυμεί να κατέχει μία δημόσια συχνότητα, θα πρέπει να πληρώνει. Αναμφισβήτητα. Ας είναι, όμως, οι όροι για να την αποκτήσει λογικοί, στηριζόμενοι σε επιστημονικά καταρτισμένη επιχειρηματολογία και χωρίς υπόνοιες…νεοδιαπλοκής! Και ποιος υπερτοπικός, υπεράνω όλων ηγεμονισμός, δίδει τη δυνατότητα σε έναν πρωθυπουργό (ναι ακόμα και σ’ αυτόν!) και σ’ έναν υπουργό επικρατείας να πετάει, έτσι απλά, στο δρόμο τόσες χιλιάδες εργαζομένων; Όποιοι κι αν είναι οι ιδιοκτήτες των καναλιών, ό,τι κι αν έχουν κάνει, όσο λογικό και θεμιτό είναι να ρυθμιστεί το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, άλλο τόσο λογικό κι επιβαλλόμενο είναι να υπάρξει μέριμνα για τους εργαζόμενους αυτών των μέσων. Αν έβλεπε κανείς τον κομπασμό και τους ηρωισμούς των κυβερνώντων στη Βουλή, όταν συζητούνταν το νομοσχέδιο, δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι πίσω από αυτή την κομπορρημοσύνη παίζεται η ζωή τόσων χιλιάδων οικογενειών!

 

Πέρα, όμως, από τα τεχνικά ζητήματα που γεννώνται, εδώ υφίσταται ένα μείζον ζήτημα νομικής και μάλιστα συνταγματικής τάξης. Από το δακρύβρεχτο πρωθυπουργικό «είμαστε κάθε λέξη του Συντάγματος», φτάσαμε στο δικτατορικό «δεν θα κρυβόμαστε πίσω από το Σύνταγμα»! Σημεία των καιρών.. Σε περιόδους κρίσης, πάντοτε το δημοκρατικό μας καταφύγιο γινόταν και γίνεται κουρελόχαρτο από πλαστελίνη..

 

Ο συνταγματικός νομοθέτης καθιέρωσε τις Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές, πρώτον ως μία από πολλών ετών θεσμική ευρωπαϊκή νίκη, αλλά, κυρίως, ως μία μορφή ανεξαρτησίας από την κεντρική διοίκηση, καθιερώνοντας την ασφαλιστική δικλείδα της αυξημένης πλειοψηφίας, ώστε η σύνθεσή τους να περιβάλλεται από το κύρος ολόκληρου του κοινοβουλίου και συνάμα της κοινωνίας. Επέλεξε ο νομοθέτης τη μορφή αυτή, ώστε να υφίσταται το κατάλληλο θεσμικό αντίβαρο σε ενδεχόμενα κυβερνητικά ατοπήματα αυθαιρεσίας και κέρδισε με τα χρόνια το παράσημο του κύρους και της εμπιστοσύνης εκ μέρους των πολιτών. Μόνο αρμόδιο για να καθορίσει το καθεστώς των τηλεοπτικών αδειών ήταν και είναι το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. «Ο χρόνος», όμως, «που είχαμε δώσει στην αντιπολίτευση για συναίνεση εξαντλήθηκε», δήλωσε ανερυθρίαστα ο πρωθυπουργός της χώρας και ακροβάτησε για μία ακόμα φορά στα όρια της συνταγματικής νομιμότητας. Και τι είναι αυτή η συναίνεση που επιτάσσει το σύνταγμα; Μήπως τελικά είναι μία κυβερνητική παροχή με ημερομηνία λήξης; Και αν δεν καταφέρουμε να την επιτύχουμε καταφεύγουμε στην κυβερνητική πλειοψηφία για να μας λύσει το αιώνιο πρόβλημα πολιτικής ασυνεννοησίας; Δυστυχώς για εκείνους, δεν την περιγράφει ακριβώς έτσι το Σύνταγμα.. Εκτός, βέβαια, αν επιθυμούμε να καταργήσουμε πλέον την ανεξαρτησία των ανεξάρτητων αρχών και να κρατικοποιήσουμε κι αυτές, καθώς έχουν δύο εγγενή και σοβαρά «προβλήματα»: Πρώτον, απαιτούν δημοκρατία και δεύτερον δεν μπορούν να διοριστούν μόνο τα δικά μας παιδιά..!

 

Το ζήτημα, βέβαια, δεν εξαντλείται στο αν τελικά το νομοσχέδιο το εισηγήθηκε το Ε.Σ.Ρ., διότι, σε κάθε περίπτωση, η γνώμη του θα ήτο συμβουλευτική, άσχετα αν θα είχε διέλθει της διελκυστίνδας της αυξημένης πλειοψηφικής ζύμωσης, προκειμένου να εισαχθεί προς ψήφιση στην εθνική αντιπροσωπεία. Κι όταν έχεις να κάνεις με ζητήματα που εφάπτονται του δημοκρατικού κύκλου, όπως η ενημέρωση, οφείλεις να υπερασπίζεσαι και να τιμάς όχι απλά τις συνταγματικές επιταγές, αλλά την ίδια τη λογική εν τέλει! Εδώ, λοιπόν, γεννιέται ένα ζήτημα ελευθερίας του λόγου και ελευθερίας της πρόσβασης στην ενημέρωση. Αν, συνεπώς, δύναται η κυβέρνηση να χρησιμοποιεί κατά το δοκούν τεχνικές εκθέσεις, πώς θα μπορούσαμε να είμαστε βέβαιοι ότι σε λίγο καιρό δεν θα εμφανιστεί μία τεχνική έκθεση για το πόσα ηλεκτρονικά site ενημέρωσης μπορούν να υπάρχουν, ή για το πόσες εφημερίδες; Η στα πλαίσια της λογικής κρατική παρεμβατικότητα για τη ρύθμιση της αγοράς και την προστασία των αδυνάμων, ποτέ δεν έβλαψε. Όταν όμως αυτή ακουμπά τη δημοκρατία, καθίσταται πέρα για πέρα προβληματική.

 

Το μεγαλύτερο πρόβλημα όλων είναι ότι εδώ ελλοχεύει ένας τεράστιος κίνδυνος: Είναι εκείνη η λογική που θέλει τον κυβερνητικό ετσιθελισμό υπεράνω συνταγματικών και δημοκρατικών κεκτημένων. Είναι που η καραμέλα της πάταξης της διαπλοκής νομιμοποιεί για τους κυβερνώντες στη λαϊκή συνείδηση το κάθε θεσμικό ατόπημα. Είναι που στο όνομα της διάλυσης των «βρωμερών καναλαρχών», μπορούμε να συζητάμε ακόμα και με επιχειρηματίες της γείτονος, στη λογική του ανοιχτού διαγωνισμού, μάλλον σε αρμονία με το αποτυπωμένο στο πρόγραμμα του κόμματος: «το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του».

 

Η κοινωνία, όλα αυτά, τα παρακολουθεί απαθής.. Χειμαζόμενη από μία πρωτοφανή οικονομική δυσπραγία και ενεή μπροστά στο εκτρωματικό ασφαλιστικό προσχέδιο. Κυνηγάει στην εξέδρα την μπάλα να την ξαναρίξει στο γήπεδο, μήπως και κάποιος ασχοληθεί με τα πραγματικά της προβλήματα. Δεν είναι χειροκροτητής της πάταξης της διαπλοκής, όταν δεν μπορεί να πληρώσει το ρεύμα στο σπίτι. Και ειδικά όταν σε έχει πλέον ταυτίσει με όσους επέτειναν τα προβλήματά της, μάλλον δεν μπορείς να της βγάλεις από το μυαλό ότι θέλεις να διώξεις τους «διαπλεκόμενους των άλλων κομμάτων», για να φέρεις τους δικούς σου..

 

 



Join the Conversation