Πρόστιμο 2 δισ. ευρώ στη SIEMENS εισηγείται ο Σήφης Βαλλυράκης και αδειάζει ανοιχτά ΝΔ και ΠΑΣΟΚ μιλώντας για συγκάλυψη

39 0
Το πρόστιμο των 2 δισ. ευρώ πρότεινε ο Σήφης Βαλυράκης να επιβληθεί από το Ελληνικό Κράτος στη SIEMENS για την «αποδεδειγμένη εγκληματική της δράση στη χώρα» όπως είπε συγκεκριμένα, μιλώντας στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής με την ιδιότητα του Προέδρου της Εξεταστικής Επιτροπής για το μεγαλύτερο ίσως σκάνδαλο στην νεότερη ιστορία της χώρας.

Oι ελληνικοί θεσμοί, πρόσθεσε, πρέπει να συνδράμουν την κυβέρνηση στην πολιτική διαπραγμάτευση με τους ξένους θεσμούς, αντιμετωπίζοντας θεσμικά τα φαινόμενα διαφθοράς και το σκάνδαλο της SIEMENS είναι ίσως το μεγαλύτερο μεταπολεμικό σκάνδαλο της Ευρώπης, στο πλαίσιο μιας εθνικής στρατηγικής για την ανάπτυξη

Ο Σήφης Βαλυράκης τόνισε μεταξύ άλλων ότι το πολιτικό σύστημα συγκάλυψε το ομόφωνο πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής και δεν επέτρεψε ούτε τη δικαστική του αξιολόγηση με αποτέλεσμα να δικάζονται μόνον υπηρεσιακοί παράγοντες και να λείπουν τα πολιτικά πρόσωπα. Επίσης η εκτελεστική εξουσία, μέχρι σήμερα παρέλειψε να επιβάλει τα πρόστιμα που προβλέπουν οι νόμοι, για τις εγκληματικές ενέργειες που αποδείχθηκε ότι είχε διαπράξει η SIEMENS και φυσικά δεν έκανε αγωγές για να ανακτήσει τη ζημιά που υπέστη το δημόσιο.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο νόμο για το οργανωμένο διασυνοριακό έγκλημα, το οποίο αποδείχθηκε και πρέπει να τιμωρηθεί σύμφωνα με το διεθνή νόμο που έχει ψηφίσει και το ελληνικό κράτος και τον έχει ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο.

Αναλυτικά η τοποθέτηση του Σήφη Βαλυράκη ήταν η εξής:

Πριν ξεκινήσω θα ήθελα να σας ξεκαθαρίσω πως η Εξεταστική Επιτροπή για την διερεύνηση του σκανδάλου εξάντλησε της δυνατότητες που είχε ακολουθώντας την ροή «μαύρου χρήματος» της Siemens, μέχρι τα τελικά παρένθετα πρόσωπα που μεσολαβούσαν στις δωροδοκίες Υπουργών. Η Εξεταστική Επιτροπή συσχέτισε επίσης συγκεκριμένες χρηματικές κινήσεις και εκροές «μαύρου χρήματος» με συγκεκριμένες ημερομηνίες υπογραφής συγκεκριμένων συμβάσεων με την Siemens.Εκεί βρέθηκε σε αδιέξοδο, θεωρώ ότι η εταιρία Siemens  έχει όλες τις πληροφορίες και θα πρέπει να εξαναγκασθεί να τις παραδώσει στην ελληνική δικαιοσύνη ώστε να φωτιστεί πλήρως κάθε σκοτεινή πτυχή του σκανδάλου. Το κλειδί λοιπόν, είναι η γνώση για το ποιοι Υπουργοί ήταν οι δωροδοκούμενοι αποδέκτες του «μαύρου» χρήματος της Siemens και η εταιρία έχει όλες  αυτές τις πληροφορίες.

Η υπόθεση Siemens αποτελεί πρωτοφανές σκάνδαλο και πρόκληση για τη διαφάνεια και την καταπολέμηση της διαφθοράς και της διαπλοκής. Ξεκίνησε ως σκάνδαλο διαφθοράς και εξελίχθηκε ως μείζον σκάνδαλο συγκάλυψης.   Το σκάνδαλο Siemens, αφορά μια πρωτοφανή υπόθεση διαφθοράς και το μεγαλύτερο σκάνδαλο διαφθοράς στην Ελλάδα. Το σκάνδαλο αφορά τη πρακτική μιας πολυεθνικής γερμανικής εταιρείας, που είναι leader στο χώρο των τηλεπικοινωνιών διεθνώς. 
Στη συνέχεια βέβαια αναδείχθηκε στη δημοσιότητα πως δεν ήταν η μόνη γερμανική εταιρία, όπως επίσης και ότι δεν ήταν οι γερμανικές μόνο πολυεθνικές εταιρίες που ακολουθούσαν συστηματικά  τέτοιες πρακτικές σε ότι αφορά τις προμήθειες του ευρύτερου Δημόσιου τομέα.
Στο εσωτερικό της Siemens,αποδείχθηκε ότι είχε διαμορφωθεί ιδιαίτερη οργανωτική δομή από ανώτατα στελέχη, τα οποία ενεργούσαν από κοινού ως εγκληματική οργάνωση χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα τεχνάσματα (που αποσκοπούσαν αφενός στην εξασφάλιση μαύρου χρήματος και αφετέρου στην διοχέτευσή του χωρίς ίχνη για παράνομες πληρωμές).
Οι υπάλληλοι αυτοί της Siemens φέρεται ότι διέπρατταν συστηματικά δωροδοκίες κρατικών υπαλλήλων (υπηρεσιακών και πολιτικών στελεχών) σε όλο το πεδίο των δραστηριοτήτων της. Δηλαδή στο σύνολο σχεδόν των δομών του Ελληνικού Κράτους (Υπουργεία Συγκοινωνιών, Άμυνας, Πολιτισμού, Υγείας, Δημοσίας Τάξης, καθώς και  ΔΕΚΟ, όπως ΔΕΗ, ΟΤΕ και ΟΣΕ κλπ.). Σκοπός της παραπάνω παράνομης δραστηριότητας ήταν να εξασφαλιστεί προνομιακή και δεσπόζουσα θέση στον ανταγωνισμό σχετικά με τις προμήθειες του ευρύτερου ελληνικού δημοσίου τομέα.
Η Εξεταστική Επιτροπή ανέδειξε το οργανωμένο διασυνοριακό έγκλημα!  Απέδειξε ότι η Siemens  υπερτιμολογούσε τις συμβάσεις της,  αυξάνοντας το «κόστος» της κάθε σύμβασης, κατά 10%.  Παρήγαγε έτσι και διέθετε  «μαύρο χρήμα» για δωροδοκίες, με 8% για τα υπηρεσιακά πρόσωπα και 2% για τα πολιτικά πρόσωπα (Υπουργούς – πολιτικά κόμματα).
Η παραπάνω αυτή εγκληματική δραστηριότητα είχε εκδηλωθεί παράλληλα σε πολλές χώρες του κόσμου και με τέτοια οργάνωση και έκταση ώστε δίκαια να μπορεί να χαρακτηριστεί ως το μεγαλύτερο βιομηχανικό-οικονομικό σκάνδαλο στην μεταπολεμική Ευρώπη.
Η κυριαρχία της εταιρείας στις προμήθειες του ΟΤΕ και αργότερα στο σύνολο του ελληνικού δημοσίου τομέα, με βάση αυτήν την πρακτική, κατέδειξε με τον πιο γλαφυρό τρόπο την τεράστια έκταση που έχει λάβει η διαφθορά στη χώρα, σε σημείο που αυτή να καθίσταται ενδημικό, αυτοτροφοδοτούμενο και αυτοαναπαραγόμενο συστημικό φαινόμενο στο ελληνικό κράτος.
Παράλληλα, παρατηρείται στρέβλωση τόσο στη λειτουργία του Δημοκρατικού Πολιτεύματος, όσο και στην ομαλή αναπτυξιακή λειτουργία της οικονομίας, καθώς:
α) Νοθεύεται η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και η σχέση εντολής  και αντιπροσώπευσης μεταξύ αφενός πολιτικών κομμάτων και βουλευτών και αφετέρου των πολιτών, καθώς η συσσώρευση μαύρου πολιτικού χρήματος και αθέμιτης ισχύος υπέρ των «ευνοούμενων» διαφόρων επιχειρηματικών συστημάτων, νοθεύει τους κανόνες διαμόρφωσης επιρροής στην κοινή γνώμη και το εκλογικό σώμα.
β) Νοθεύεται ο υγιής επιχειρηματικός ανταγωνισμός και εμποδίζεται σοβαρά η ανάπτυξη της υγιούς επιχειρηματικότητας, καθώς τόσο η συγκεκριμένη επιχείρηση, όσο και οι άλλες επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν ανάλογες πρακτικές, εκτοπίζουν από τις προμήθειες και τα έργα του Ελληνικού Δημοσίου και των ΔΕΚΟ (που συνιστούν μεγάλο κομμάτι της ελληνικής οικονομίας) άλλες ομοειδείς επιχειρήσεις που δεν χρησιμοποιούν τέτοιες πρακτικές, με αποτέλεσμα την αθέμιτη κυριαρχία τους στην αγορά, γεγονός που έχει πολύ σημαντικές αρνητικές συνέπειες στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.
γ) Η διαφθορά στις κρατικές προμήθειες και δημόσια έργα, συνιστά ουσιαστικό παράγοντα διαμόρφωσης και διόγκωσης του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας. Πέρα από την υπερτιμολόγηση των αγαθών, έργων και υπηρεσιών που επιβάλλεται για την εξασφάλιση της «μίζας», θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η πολύ σημαντικότερη πρόσθετη οικονομική βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου. Αυτή οφείλεται στις αυξημένες τιμές στις οποίες γίνονται οι παραπάνω προμήθειες και στη χαμηλή ποιότητα τους λόγω της μη λειτουργίας του υγιούς ανταγωνισμού.
Στις 27.01.2010 συζητήθηκε και ψηφίστηκε ομόφωνα από τη Βουλή πρόταση για την σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής για την διερεύνηση του σκανδάλου Siemens.  Η Εξεταστική Επιτροπή λειτούργησε με πλήρη διαφάνεια, τροφοδοτούσε σε καθημερινή βάση και ενημέρωνε συνεχώς τις αρμόδιες δικαστικές και ανακριτικές αρχές για κάθε νέο στοιχείο σχετικά με την έρευνα της, μέχρι την ημέρα που παρέδωσε το πόρισμά της  στον πρόεδρο της βουλής, στις 24 Ιανουαρίου 2011. Παρόλο του ότι οι συνεδριάσεις της Επιτροπής διεξάγονταν κεκλεισμένων των θυρών, τα πρακτικά των συζητήσεων με ομόφωνη απόφαση της επιτροπής δίνονταν καθημερινά στη δημοσιότητα μέσω των κοινοβουλευτικών συντακτών. Εδώ οφείλω να τονίσω ότι οι βουλευτές μέλη της Εξεταστικής Επιτροπής είχαν όλοι παραιτηθεί της αποζημίωσης που εδικαιούντο από την συμμετοχή τους στις εργασίες της Επιτροπής.
Η Εξεταστική Επιτροπή για το σκάνδαλο Siemens στο σύνολο του, εξέτασε 145 μάρτυρες όλους όσους προτάθηκαν από τα μέλη της επιτροπής, χωρίς καμία εξαίρεση, στις 104 συνεδριάσεις της που διήρκεσαν 450 ώρες και 25 λεπτά, οι σχετικές μαρτυρικές καταθέσεις καταλαμβάνουν πάνω από 20.000 σελίδες πρακτικών.   Το ογκώδες, ενιαίο πόρισμα (596 σελίδες) με πολλές εκατοντάδες συνοδευτικά πολυσέλιδα εισερχόμενα έγγραφα, (πάνω από 1500 σελίδες) της Εξεταστικής Επιτροπής, είχε ομοφωνία για τα πραγματικά περιστατικά. Το πόρισμα συμπεριλαμβάνει μιασειρά (17) ομόφωνες πορισματικές αναφορές, πράγμα σπάνιο για τα κοινοβουλευτικά δεδομένα. Το πόρισμα ήταν παραπεμπτικό για 12 πρώην Υπουργούς και πρότεινε την περαιτέρω διερεύνηση πιθανών ευθυνών τους, με την σύσταση Προκαταρκτικής Επιτροπής.
Οι εξεταστικές επιτροπές λειτουργούν στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου, έχουν εξουσίες αρμοδιότητες των ανακριτικών αρχών καθώς και του εισαγγελέα πλημμελειοδικών κατά το άρθρο 145 και επόμενα του κανονισμού της Βουλής.  Σύμφωνα με το Σύνταγμα της Ελλάδας, οι Εξεταστικές Επιτροπές έχουν αποκλειστικά ελεγκτική εξουσία και επομένως δεν μπορούν να ενεργούν πράξεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα διοικητικών ή δικαστικών οργάνων του κράτους. Η Εξεταστική Επιτροπή δεν έχει αυτόνομο ελεγκτικό δικαίωμα, αλλά βοηθά το Κοινοβούλιο στην άσκηση των αρμοδιοτήτων που εκείνο έχει κατά το Σύνταγμα. Επομένως, σε καμία περίπτωση η Εξεταστική Επιτροπή δεν μπορεί να υπερβαίνει τη βούληση, τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του Κοινοβουλίου.
Η Εξεταστική Επιτροπή συγκέντρωσε όλες τις σχετικές με το σκάνδαλο SIEMENS δικογραφίες και ανέσυρε όλα τα βουλεύματα που είχαν τεθεί κατά καιρούς στο Αρχείο από το 1998.  Προέκυψε εξ’ αυτών, ότι η Δικαιοσύνη διενεργούσε διαχρονικά έρευνες για επιμέρους τμήματα της υπόθεσης Siemens, με διαφορετικούς δικαστικούς λειτουργούς, με αποτέλεσμα να διασπάται η συνολική διερεύνηση σε πολλά επιμέρους τμήματα, χωρίς καμία συσχέτιση των στοιχείων που προέκυπταν από κάθε μία ξεχωριστά. Η επιτροπή συγκρότησε μια ενιαία δικογραφία με βάση τα στοιχεία που είχε στη διάθεση της
(περίπου 1 εκατομμύριο σελίδες). Θα πρότεινα και θα παρακαλούσα κυρία πρόεδρε της Βουλής για την  ψηφιοποίηση του σχετικού αρχειακού υλικού ώστε να είναι ευκολότερα προσβάσιμο.
Η Εξεταστική Επιτροπή  ανέδειξε το σύστημα διεκπεραίωσης μυστικών πληρωμών της Siemens Hellas,  καθώς και το ρόλο της μητρικής Siemens, η οποία παρήγαγε και διακινούσε άνομο χρήμα από τα «Μαύρα ταμεία» της εταιρείας μέσα από μια πολύπλοκη δομή διακίνησης «μαύρου χρήματος» για να δωροδοκεί αξιωματούχους.
Η εξεταστική Επιτροπή για το σκάνδαλο Siemens συγκέντρωσε πρωτογενές ανακριτικό υλικό με σειρά αιτήσεων δικαστικής συνδρομής και κλιμάκιο της ανάκρινε υψηλόβαθμα στελέχη της Siemens στη Γερμανία, στην εισαγγελία του Μονάχου. Συγκέντρωσε υλικό τεκμηρίωσης από διάφορες χώρες και ανέδειξε στοιχεία της δικογραφίας που προέκυψαν από την έρευνα των δικαστικών αρχών της Γερμανίας και αποτυπώθηκαν στις αποφάσεις των γερμανικών δικαστηρίων. Η Επιτροπή αξιολόγησε την έκθεση της νομικής εταιρείας Debevoise & Plimpton LLP που διενέργησεέρευνα των αθέμιτων και παράνομων πρακτικών της Siemens για λογαριασμό της κεφαλαιογοράς  των ΗΠΑ μετά από το συμβιβασμό της  Siemens με τις αρχές των  Ηνωμένων Πολιτείων. Σημειώνεται ότι το περιεχόμενο της έκθεσης αυτής δεν αμφισβητήθηκε ούτε από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, ούτε από την εταιρεία Siemens μέχρι σήμερα. Από τους φακέλους δικαστικών συνδρομών και της ροής «μαύρου χρήματος», προέκυψε με σαφήνεια το «διεθνές, διασυνοριακό, οργανωμένο έγκλημα».
 Η Εξεταστική Επιτροπή απευθύνθηκε στις αρμόδιες αρχές για το ξέπλυμα του «μαύρου χρήματος» και κινητοποίησε την Interpol, την Europol, την Euro justice,  την εισαγγελία του Αρείου Πάγου, την τράπεζα της Ελλάδας, την Κεφαλαιαγορά, την αρχή για το ξέπλυμα «Μαύρου Χρήματος», το ΣΔΟΕ, την Επιτροπή Ανταγωνισμού κλπ. Ζήτησε να ανοιχθούν εκατοντάδες τραπεζικοί λογαριασμοί που είχαν όποια σύνδεση με φερόμενα ως εμπλεκόμενα πρόσωπα, ή οποιαδήποτε σύνδεση, ή συναλλαγή με τα «Μαύρα Ταμεία» και το «μαύρο χρήμα» της Siemens.  Η Επιτροπή  προσδιόρισε κατ εκτίμηση, στα δύο δις ευρώ την συνολική ζημιά  και έθεσε το θέμα των αγωγών αποζημίωσης του Ελληνικού Δημοσίου από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.
Η Επιτροπή  κάλεσε τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με τις αρμοδιότητες τους, να ασκήσουν αγωγές εναντίον όλων των εμπλεκομένων φυσικών και νομικών προσώπων που προκύπτουν από τις σχηματισθείσες ποινικές δικογραφίες, προς αποκατάσταση  κάθε  ζημίας που υπέστη το Ελληνικό Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Η Επιτροπή ζήτησε επίσης από τις αρμόδιες αρχές να προχωρήσουν σε αιτήσεις λήψης ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας την συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων, κάθε εμπλεκόμενου φυσικού και νομικού προσώπου.
Με αναφορά της προς την Επιτροπή Ανταγωνισμού, η Επιτροπή ζήτησε την επιβολή κυρώσεων και προστίμου στην εταιρεία Siemens, για την παραβίαση των κανόνων του ελεύθερου ανταγωνισμού, που διέπραξε η εταιρεία ως κατέχουσα δεσπόζουσα θέση στην εγχώρια αγορά και κατ’ εξοχήν στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.  Η Επιτροπή απευθύνθηκε επίσης στους Υπουργούς Οικονομικών, Προστασίας του πολίτη και Δικαιοσύνης, για την επιβολή διοικητικού προστίμου στην εταιρία   Siemens με τη διάταξη του άρθρου 41 του ν. 3251/2004, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του  με το άρθρο δέκατο  Ν.3875/2010,ΦΕΚ Α 158/20.9.2010 δηλαδή για την παραπομπή της ως «εγκληματική οργάνωση» .
Η Εξεταστική Επιτροπή για το σκάνδαλο Siemens, υπηρέτησε στο ακέραιο την εντολή που είχε από τη Βουλή και το καθήκον της με βάση το Σύνταγμα της Ελλάδας και προσέφερε εξαιρετικά σημαντικό έργο. Το ίδιο το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του, η Δικαστική, η Εκτελεστική και η Νομοθετική εξουσία αποδείχθηκαν κατώτερες των περιστάσεων και αδύναμες να διαχειριστούν το ίδιο το σκάνδαλο, σε όλο το μέγεθος του, αλλά και το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής.  Η απόδειξη είναι ότι σήμερα δικάζονται δεκάδες υπηρεσιακοί παράγοντες, υπάλληλοι και άλλα παρένθετα πρόσωπα χωρίς πολιτικά πρόσωπα τους Υπουργούς που υπέγραφαν τις σχετικές συμβάσεις με την εταιρία Siemens.
      Στο πόρισμά της Εξεταστικής Επιτροπής έχουν διατυπωθεί πολύ σημαντικά  συμπεράσματα και προτάσεις.  Το πολιτικό σύστημα, η κυβέρνηση, οι ανεξάρτητες αρχές όπως η Ανεξάρτητη Αρχή για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Προϊόντων Εγκλήματος (ξέπλυμα μαύρου χρήματος), η Ανεξάρτητη Αρχή για την Προστασία του Ελεύθερου Ανταγωνισμού, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους τα αρμόδια υπουργεία κλπ, δεν ανταποκρίθηκαν μέχρι στιγμής, ούτε στη περαιτέρω, πλήρη διερεύνηση του σκανδάλου, ούτε στην προάσπιση των συμφερόντων του Δημοσίου, ούτε στην επιβολή κυρώσεων και προστίμων στην εταιρία Siemens.
Η Βουλή σε δύο ξεχωριστές συνεδριάσεις της, σε διαφορετικές ημερομηνίες, δεν έδωσε ψήφο περαιτέρω διερεύνησης του σκανδάλου Siemens, όπως ομόφωνα η Εξεταστική Επιτροπή πρότεινε. Η βουλή δεν έδωσε θετική ψήφο ούτε καν για την αξιολόγηση του κατατεθέντος πορίσματος, από το αρμόδιο δικαστικό όργανο, όπως πρότεινε ομόφωνα η Eξεταστική Επιτροπή.
Το πολιτικό σύστημα αποδείχθηκε παντελώς ανίκανο για την αυτοκάθαρση του. Η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας μπορεί να εξάγει πολύ χρήσιμα πολιτικά συμπεράσματα για το αν έγινε συγκάλυψη των ευθυνών για το σκάνδαλο της Siemens και για ποιους λόγους αλλά και να προσπαθήσει στο μέτρο του δυνατού για την αποκατάσταση έστω και μέρους της τεράστιας  ζημίας, ακόμα και στο ηθικό επίπεδο, που έχει υποστεί η Ελλάδα από το σκάνδαλο Siemens. Το ελληνικό πρόβλημα στη πράξη έχει δύο πρόσωπα σήμερα, το ένα αφορά την αναξιοπιστία της Ελλάδας προς τα εξωτερικό και το δεύτερο την έλλειψη εμπιστοσύνης στο εσωτερικό της χώρας.  Η εκκαθάριση του σκανδάλου Siemens εξυπηρετεί θετικά πιστεύω και τις δύο όψεις του προβλήματος.
 Το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπή για την Siemens, αποτελεί ιστορικό κοινοβουλευτικό κεκτημένο και θα πρέπει να αξιοποιηθούν τα στοιχεία που περιέχει. Η βουλή μπορεί, στο πλαίσιο του θεσμοθετημένου κοινοβουλευτικού διαλόγου, να πάρει μια σειρά πρωτοβουλίες σε αυτή της κατεύθυνση.
Είναι προφανές όμως ότι υπάρχει πρόβλημα στην λειτουργία των θεσμών.  Το σκάνδαλο Siemens, ξεκινά να διερευνάται από την δικαιοσύνη το 1997 με την έρευνα Ζορμπά. Η προκαταρκτική ανάκριση  για το σκάνδαλο Siemens ξεκίνησε οκτώ χρόνια μετά το 2005 και μέχρι σήμερα δέκα ολόκληρα χρόνια ακόμα, το σκάνδαλο  Siemens βρίσκεται σε εκκρεμότητα.  Αυτό είναι ένα θεσμικό πρόβλημα που αφορά κατά κύριο λόγο την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας για την θεσμική αντιμετώπιση του.
Η Ελλάδα σήμερα διαπραγματεύεται κάτω από συνθήκες πιστωτικής πίεσης και καταναγκασμού, με τους θεσμούς  εταίρων και πιστωτών της, για την  «λίστα μεταρρυθμίσεων», προαπαιτούμενο για την αποκατάσταση της παροχής ρευστότητας και τον τερματισμό της αβεβαιότητας. Δεν είναι νομίζω τόσο έξυπνο να διαπραγματεύεται μόνη η κυβέρνηση απέναντι σε διεθνείς θεσμούς.  Οι ελληνικοί θεσμοί θα πρέπει επίσης να δραστηριοποιηθούν άμεσα και να συνδράμουν στην διαπραγμάτευση αυτή.  Η επιτροπή Θεσμών και διαφάνειας της Βουλής καλείται σε αυτή την ιστορική εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία για την Ελλάδα για να δώσει το παράδειγμα της εθνικής στράτευσης.
 Αν η κυβέρνηση θεωρεί ότι αποτελεί  εμπόδιο ο εξωδικαστικός συμβιβασμός με την Siemens θα πρέπει να συζητήσει στην βουλή την καταγγελία της σύμβασης και την κατάργηση της σχετικής νομοθετικής ρύθμισης. Το θέμα δεν αφορά όμως ζήτημα νομικού η δικαστικού χειρισμού αλλά θέμα εθνικής αξιοπρέπειας και αυτοσεβασμού και σε τελική ανάλυση αφορά θέμα αποκλειστικά πολιτικής διαπραγμάτευσης. Εδώ θα μου επιτρέψετε να μοιραστώ μαζί σας μια προσωπική μου εμπειρία.  Όταν ανέλαβα ως αρμόδιος Υπουργός την εποπτεία του τότε κρατικού ΟΤΕ το 1980 κατείγγειλα και επαναδιαπραγματεύτικα προσωπικά μια σειρά συμβάσεις με την εταιρία  Siemens που εβρίσκοντο ακόμα και στο στάδιο παραλαβής υλικών.  Διακόψαμε τότε την παραλαβή υλικών και έγινε νέα διαπραγμάτευση για νέα συμφερότερη συμφωνία με την εταιρία Siemens κερδίζοντας χρήμα, κύρος και σεβασμό.
Η επιτροπή θεσμών ως καθ’ ύλη αρμόδια θα πρέπει να ελέγξει γιατί δεν επιβλήθηκαν και να αναδείξει την ανάγκη να επιβληθούν άμεσα, τα κατά νόμο διοικητικά πρόστιμα, να υποβληθούν οι προβλεπόμενες από τους ισχύοντες κανονισμούς, αναφορές και καταγγελίες στα Ευρωπαϊκά και Διεθνή αρμόδια όργανα όπως τον οργανισμό Greco κλπ από τις αρμόδιες Ανεξάρτητες Αρχές. Να προτρέψει την κυβέρνηση και το ΝΣΚ, καθώς και τα νομικά πρόσωπα του δημοσίου στην άσκηση των ένδικων μέσων για την διεκδίκηση αποζημιώσεων, όπου αυτό είναι βέβαια δυνατόν.
 Άν αναζητήσουμε τα βαθύτερα αίτια της ελληνικής κρίσης πιστεύω πως θα καταλήξουμε στο ασφαλές συμπέρασμα ότι το πρόβλημα μας είναι πρόβλημα πολιτισμού. Είναι πρόβλημα λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών και διαφάνειας. Στην χώρα μας χρεοκόπησε ένα οικονομικό μοντέλο γενικευμένης διαφθοράς, προσανατολισμένο στα δανεικά, στην κατανάλωση και στη ζήτηση και όχι στην δημιουργία, την παραγωγή και την προσφορά.
 Άρα η επιστημονική έρευνα και αναζήτηση νέου θεσμικού μοντέλου ανάπτυξης και η διαφάνεια, η πάταξη της διαφθοράς, είναι το αυτονόητο. Αυτό λοιπόν θεωρώ ότι κατά την έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, κατά το σύνταγμα και τον κανονισμό της Βουλής είναι κατ εξοχή θέμα που αφορά το Ελληνικό Κοινοβούλιο γενικότερα και την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής ειδικότερα.
 Αποτελεί λοιπόν ευκαιρία η εκκαθάριση του σκανδάλου διαφθοράς Siemens.  Με αφορμή το σκάνδαλο αυτό θα πρέπει πιστεύω η επιτροπή σας, με την διακομματική σύνθεση της,  να προχωρήσει με συνεννόηση και συναίνεση, κατά προτεραιότητα και ως εθνική αναγκαιότητα, στην επεξεργασία συγκεκριμένων πολιτικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων και αλλαγών για την δραστική αντιμετώπιση και ελαχιστοποίηση των φαινομένων διαφθοράς.
 Απαιτείται πιστεύω η συγκρότηση ενός κοινοβουλευτικού δημοκρατικού μετώπου κατά της διαφθοράς, θέσπισης και επιβολής κανόνων διαφάνειας .
Το πρόβλημα είναι συστημικό, Διεθνές και Ευρωπαϊκό, δεν παύει όμως να είναι και Ελληνικό.  Δεν είναι δυνατόν να φταίνε μόνο οι όποιοι άλλοι, πρέπει να αναλάβουμε εμείς, όλοι μας, τις ευθύνες που μας αναλογούν και να αντιμετωπίσουμε τα  αίτια της ελληνικής κρίσης, που είναι θεσμικά και έχουν να κάνουν με την δημοκρατία και τον πολιτισμό.
Θα πρέπει να αντλήσουμε δύναμη από τις ρίζες του πολιτισμού μας. Η αυτογνωσία, η διαλεκτική, η αξιοκρατία, το αίσθημα ευθύνης, η γενναιοφροσύνη, η φιλοσοφία, η ενεργός συμμετοχή στα κοινά, η δημοκρατία, η φιλοπατρία, το μέτρο, το πολυμήχανο, η συλλογική διαβούλευση και κυρίως η δημιουργία, θα πρέπει να προταχτούν ως αυτονόητα του πολιτισμού μας.
Το Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών (ΙΜΜ) του οποίου είμαι ιδρυτικό μέλος μαζί με τον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια, έχει προτείνει με μια σειρά επιστημονικών εκδόσεων, ένα άλλο βιώσιμο μοντέλο ισόρροπης ανάπτυξης για την Ελλάδα. Το πρώτο βιβλίο του ΙΜΜ κυκλοφόρησε το 1985. Στο μεσοδιάστημα ακολούθησαν  36 επιστημονικές εκδόσεις, σε βάθος τριάντα χρόνων μελέτης και έρευνας για το αναπτυξιακό μοντέλο.   Από τα συμπεράσματα μιας σειράς διεθνών, εθνικών, περιφερειακών και ειδικών επιστημονικών συνεδρίων που διοργάνωσε το ΙΜΜ με συμμετοχή, μόνο για τα 7 τελευταία χρόνια περίπου 150 επιστημόνων ερευνητών, προτείνεται εθνική στρατηγική βασισμένη σε μια κωδικοποίηση που περιλαμβάνει 30 συγκεκριμένα και επεξεργασμένα μέτρα, σε πέντε ενότητες για την θεσμική ανταγωνιστικότητα στην Ελλάδα.
Τα υφεσιακά μέτρα μονόπλευρης λιτότητας, οι οριζόντιες τυφλές, περικοπές και η συμπίεση του μοναδιαίου κόστους εργασίας στο βωμό της ανταγωνιστικότητας έχουν εξαντλήσει την αναπτυξιακή τους εμβέλεια, εάν ποτέ είχαν κάποια, αλλά και τις κοινωνικές αντοχές.  Ήρθε η ώρα της «θεσμικής λίστας διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων», για την δημόσια και την θεσμική παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας. Τα παραπάνω είναι πιστεύω θέματα που αφορούν στο πυρήνα των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων σας, ως επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας όπως σαφώς περιγράφεται στον κανονισμό της Βουλής  Άρθρα 43Α παρ 2 εδάφιο α) και δ) και 138Α.
Η κοινωνία των πολιτών προσπαθεί να κάνει το καθήκον της, η κοινωνία των θεσμών πρέπει να σπεύσει να κάνει το δικό της.
Είναι ώριμες οι συνθήκες πιστεύω για μια υπέρβαση εθνικής πολιτικής συνεννόησης και συναίνεσης.  Η Ελλάδα έχει δυναμική και προοπτική, προτείνεται η κατάρτιση, ενός «Εθνικού Σχεδίου Ανασυγκρότησης», δηλαδή μιας πολύ ευρύτερης, «εθνικής θεσμικής λίστας συγκεκριμένων αναπτυξιακών μεταρρυθμίσεων», τομών και προοδευτικών ανατροπών,  ως απάντηση και απέναντι στην «εισπρακτική λίστα» των πιστωτών μας.
Αυτό θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο μιας διαβούλευσης πέραν του κοινωνικού πεδίου που προηγήθηκε, σε κοινοβουλευτικό επίπεδο με πρωτοβουλία της αρμόδιας επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, αλλά και σε επίπεδο εκτελεστικής εξουσίας σε επίπεδο πολιτικών Αρχηγών, με τον πρωθυπουργό και υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Η ιστορική συγκυρία αφορά την ασφάλεια, την εθνική κυριαρχία, την ακεραιότητα  και την γεωπολιτική ισορροπία της χώρας μας, άρα είναι θέμα Πατριωτικό. Για την συγκρότηση μιας στρατηγικής σωτηρίας της χώρας και για την οριστική αντιμετώπιση της κρίσης, είναι απαραίτητη μια ευρύτατη θεσμική, πολιτική και κοινωνική συμφωνία.

 



Join the Conversation