Στουρνάρας: Αυτή τη φορά να μην οπισθοδρομήσουμε

46 1

Τον κώδωνα του κινδύνου μπροστά στο ενδεχόμενο μίας νέας κρίσης από εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές κρούει ο επικεφαλής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας με άρθρο του στην Καθημερινή της Κυριακής.

Ο κ. Στουρνάρας υπογραμμίζει την ανάγκη επιτυχούς ολοκλήρωσης της πρώτης αξιολόγησης του προγράμματος, τονίζοντας πως σε κάθε άλλο ενδεχόμενο η οικονομία δεν θα μπορέσει να αντέξει το 2016 να επαναληφθεί το σκηνικό του πρώτου εξαμήνου του 2015.

Η παρέμβαση του κ. Στουρνάρα για την αποφυγή μίας νέας οπισθοδρόμησης στον τομέα της οικονομίας, έρχεται λίγα μόλις εικοσιτετράωρα πριν η κυβέρνηση παραδώσει στους εκπροσώπους των θεσμών το τελικό σχέδιο για την μεταρρύθμιση στο Ασφαλιστικό, στο οποίο έχει καταστεί σαφής η απόσταση που χωρίζει τις δύο πλευρές.

Διαβάστε το άρθρο του Γιάννη Στουρνάρα στην Καθημερινή:

Το έτος 2015, από πλευράς χρηματοπιστωτικών εξελίξεων, μπορεί να χωριστεί σε δύο περιόδους. Το πρώτο εξάμηνο χαρακτηρίστηκε από υψηλό βαθμό αβεβαιότητας. Οι παρατεταμένες διαπραγματεύσεις και η συνεχής και μεγάλη εκροή καταθέσεων από το τραπεζικό σύστημα (από τη συνολική μείωση των καταθέσεων που κατεγράφη από το 2009 έως σήμερα, το 40% κατεγράφη το πρώτο εξάμηνο του 2015) οδήγησαν στις 28 Ιουνίου στη θέσπιση τραπεζικής αργίας και στην επιβολή περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, για να διασφαλιστούν η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος και οι καταθέσεις.

Οι παρατεταμένες διαπραγματεύσεις, η εκροή καταθέσεων, το κλίμα αβεβαιότητας και το συνεχώς αυξανόμενο ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων, λόγω της

και το συνεχώς αυξανόμενο ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων, λόγω της επιδείνωσης του οικονομικού κλίματος, κατέστησαν αναγκαία την εκ νέου ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, παρά την ανακεφαλαιοποίηση του 2014.

Η δυσμενής και αβέβαιη πορεία της οικονομίας ανεκόπη στη Σύνοδο Κορυφής της 12ης Ιουλίου, όπου οι ελληνικές αρχές δεσμεύθηκαν σε ένα πλαίσιο προαπαιτούμενων μέτρων ως προϋπόθεση για τη διαπραγμάτευση ενός νέου προγράμματος με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ). Η συμφωνία που επιτεύχθηκε στις 12 Ιουλίου 2015 κυρώθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων στις 14 Αυγούστου με πλειοψηφία πρωτοφανή για τα κοινοβουλευτικά χρονικά.

Μετά τη συμφωνία της 12ης Ιουλίου καταργήθηκε σχεδόν αμέσως η τραπεζική αργία (στις 20 Ιουλίου), ενώ οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων άρχισαν να χαλαρώνουν σταδιακά, ως αποτέλεσμα της βαθμιαίας αποκατάστασης του κλίματος εμπιστοσύνης. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις 20 Ιουλίου έως σήμερα επέστρεψαν καταθέσεις ύψους περίπου δύο δισ. ευρώ στο τραπεζικό σύστημα, οι τράπεζες ανακεφαλαιοποιήθηκαν με επιτυχία χρησιμοποιώντας μόνο 5,3 δισ. ευρώ δημόσιων πόρων έναντι αρχικής πρόβλεψης του Eurogroup 25 δισ. ευρώ, ενώ μειώθηκε η εξάρτησή τους από τον έκτακτο μηχανισμό χρηματοδότησης (ELA) από το τέλος Αυγούστου έως σήμερα κατά περίπου 14,5 δισ. ευρώ.

Κρίσιμη χρονιά

Η ελληνική οικονομία στην αρχή του 2016 βρίσκεται πάλι σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Εχει μπροστά της την πρώτη αξιολόγηση του νέου χρηματοδοτικού προγράμματος, η οποία περιέχει δύο πολύ σημαντικές και ευαίσθητες προαπαιτούμενες δράσεις: την ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος και την ευθυγράμμιση της φορολογίας του αγροτικού εισοδήματος. Και οι δύο αυτές δράσεις είναι απαραίτητες για λόγους δημοσιονομικής και ασφαλιστικής βιωσιμότητας αλλά και για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης, τόσο μεταξύ των γενεών όσο και μεταξύ διαφορετικών ομάδων φορολογουμένων.

Ερχονται, μάλιστα, να ολοκληρώσουν μια σειρά αντίστοιχων δημοσιονομικών και ασφαλιστικών δράσεων που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση των μεγάλων «δίδυμων» ελλειμμάτων, τα οποία κορυφώθηκαν το 2009 και αποτέλεσαν τα βασικά αίτια της ελληνικής οικονομικής κρίσης, δηλαδή του κρατικού ελλείμματος και του ελλείμματος του ισοζυγίο

υ τρεχουσών συναλλαγών.

Δεν αναφέρω τις υπόλοιπες προς αξιολόγηση δράσεις, π.χ. την εξάλειψη των εμποδίων που απομένουν στη λειτουργία του ανταγωνισμού των αγορών αγαθών και υπηρεσιών, τον εξορθολογισμό των δομών του δημόσιου τομέα ή τη βελτίωση των προϋποθέσεων και συνθηκών για ιδιωτικοποιήσεις, διότι αυτές αυξάνουν, αντί να μειώνουν, το συνολικό διαθέσιμο εισόδημα, έχουν δηλαδή θετικό εισοδηματικό πολλαπλασιαστή και δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ευαίσθητες, είτε με την πολιτική είτε με την κοινωνική έννοια του όρου.

Σε όρους ποσοτικούς, η δημοσιονομική προσαρμογή που έχει επιτευχθεί από το 2010 μέχρι σήμερα αγγίζει το 75% του τελικού, αναγκαίου για τη βιωσιμότητα του χρέους στόχου, δηλαδή την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ το 2018. Αν μάλιστα δεν είχε μεσολαβήσει η οπισθοδρόμηση των πρώτων έξι μηνών του 2015, η μέχρι τώρα προσαρμογή θα ήταν πάνω από το 85% του τελικού στόχου. To κόστος, οικονομικό και κοινωνικό, της εναπομένουσας δημοσιονομικής και ασφαλιστικής προσαρμογής αναμένεται να είναι σημαντικά μικρότερο του προβλεπόμενου οφέλους. Στην ουσία δεν τίθεται καν θέμα σύγκρισης. Επίσης, το ύψος του τελικού δημοσιονομικού στόχου είναι εφικτό να μειωθεί.



Join the Conversation

1 comment