ΤτΕ: Μία στις έξι εταιρείες μπορεί, αλλά δεν πληρώνει το τραπεζικό δάνειο

147 0

Τα «κόκκινα» δάνεια βρίσκονται στο επίκεντρο του προβληματισμού της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία καταγράφει σταθεροποίησή τους και μάλιστα για πρώτη φορά μείωση του ύψους των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων σε απόλυτο μέγεθος, συνεχίζει όμως να χαρακτηρίζει το θέμα ως τη μεγαλύτερη πρόκληση για το τραπεζικό σύστημα.
Στο στόχαστρο και της ΤτΕ είναι η μάστιγα των στρατηγικών κακοπληρωτών, κατηγορία στην οποία εντάσσεται η μία στις έξι επιχειρήσεις, και εντοπίζεται κυρίως σε κλάδους που σχετίζονται με τις κατασκευές και την αγορά ακινήτων, αλλά και σε εκείνους της βιομηχανίας, των πληροφοριών και επικοινωνιών, καθώς και των διοικητικών και υποστηρικτικών υπηρεσιών. Επιχειρήσεις μεσαίου μεγέθους και, παραδόξως, κερδοφόρες επιχειρήσεις έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να μετατραπούν σε «μπαταξήδες».
Όπως επισημαίνεται στην ενδιάμεση έκθεση, στα επιχειρηματικά δάνεια ο λόγος των δανείων σε καθυστέρηση προς το σύνολο των δανείων εκτοξεύθηκε από επίπεδα κάτω του 10% μέχρι και το 2010 σε 31,1% στο τέλος του 2015, ενώ στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2016 το αντίστοιχο ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων επιχειρηματικών ανοιγμάτων διαμορφώθηκε σε 44,7%.
Πέραν από τη βαθιά και παρατεταμένη ύφεση, η οποία αποτελεί το βασικό προσδιοριστικό παράγοντα της διαμόρφωσης των ποσοστών σε τόσο υψηλό επίπεδο, αναδεικνύεται ως κρίσιμη η αντιμετώπιση του φαινομένου των στρατηγικών κακοπληρωτών.

Σύμφωνα με την έκθεση της ΤτΕ, στα επιχειρηματικά δάνεια ο λόγος των δανείων σε καθυστέρηση προς το σύνολο των δανείων εκτοξεύθηκε από επίπεδα κάτω του 10% μέχρι και το 2010 σε 31,1% στο τέλος του 2015, ενώ στο τέλος του α΄εξαμήνου του 2016 το ποσοστό διαμορφώθηκε σε 44,7%.
Μάλιστα, η ΤτΕ πραγματοποίησε σχετική έρευνα σε δείγμα περίπου 13 χιλιάδων επιχειρήσεων με υπόλοιπα δανείων ύψους άνω του 1 εκατ. ευρώ για την περίοδο 2010-2015. Για τις επιχειρήσεις αυτές εξετάστηκε κατά πόσον υπήρχε καθυστέρηση εξυπηρέτησης των δανείων τους για διάστημα μεγαλύτερο των 90 ημερών (μη εξυπηρετούμενα δάνεια) και, εφόσον υπήρχε καθυστέρηση, εξετάστηκε αν αυτή οφειλόταν σε αντικειμενική δυσκολία ή ήταν αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής.
Στις περιπτώσεις όπου φάνηκε να υπάρχει επιλογή αθέτησης, διερευνήθηκαν πιθανοί προσδιοριστικοί παράγοντες αυτής. Ως τάξη μεγέθους, το εν λόγω δείγμα επιχειρήσεων είχε στο τέλος του 2015 συνολικό υπόλοιπο δανείων περίπου 57 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 19 δισ. ευρώ περίπου ήταν μη εξυπηρετούμενα.
Από τη μελέτη του δείγματος προκύπτει ότι την περίοδο 2010-2015 μία στις έξι επιχειρήσεις κατά μέσο όρο εμφανίζει χαρακτηριστικά στρατηγικού κακοπληρωτή. Το ποσοστό των στρατηγικών κακοπληρωτών στο σύνολο των δανειοληπτών με δάνεια σε καθυστέρηση φαίνεται να διατηρείται σχετικά σταθερό σε όλη τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου, εξέλιξη ωστόσο που οφείλεται στο γεγονός ότι η αύξηση του ποσοστού των στρατηγικών κακοπληρωτών στο σύνολο των δανειοληπτών αντισταθμίστηκε από το συνεχώς μεγαλύτερο ποσοστό των δανειοληπτών με αντικειμενική αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων τους, ως αποτέλεσμα των συνθηκών ύφεσης και έλλειψης ρευστότητας.
Διαφοροποιήσεις δεν υπάρχουν ως προς τη γεωγραφική κατανομή, ενώ όσον αφορά την κλαδική κατανομή, χωρίς να υπάρχουν πολύ μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των κλάδων, φαίνεται ότι συγκριτικά μεγαλύτερο ποσοστό στρατηγικών κακοπληρωτών εμφανίζεται σε κλάδους που σχετίζονται με τις κατασκευές και την αγορά ακινήτων, αλλά και σε εκείνους της βιομηχανίας, των πληροφοριών και επικοινωνιών, καθώς και των διοικητικών και υποστηρικτικών υπηρεσιών.
Επιχειρήσεις με υψηλό δανεισμό ή χαμηλή αξία εξασφαλίσεων ή υψηλή κερδοφορία είναι πιθανότερο να εμφανιστούν ως στρατηγικοί κακοπληρωτές. Ίδια συμπεριφορά φαίνεται να έχουν και οι επιχειρήσεις μεσαίου μεγέθους και ηλικίας. Ενδεικτικά, φαίνεται ότι οι μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις έχουν 30% μεγαλύτερη πιθανότητα από τις μικρού ή μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεις να γίνουν στρατηγικοί κακοπληρωτές, ενώ μεταξύ επιχειρήσεων που αθετούν τις δανειακές τους υποχρεώσεις εκείνες που εμφανίζουν υψηλή κερδοφορία εμφανίζουν κατά 62% αυξημένη πιθανότητα στρατηγικής αθέτησης των δανειακών τους υποχρεώσεων.
Για την ΤτΕ, τόσο η κινητοποίηση των ίδιων των τραπεζών όσο και η βελτίωση του νομοθετικού πλαισίου θα επιτρέψουν την επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί. Σε αυτό το πλαίσιο εκτιμάται ότι στο τέλος του 2019 ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων δανείων προς το σύνολο των δανείων θα υποχωρήσει στο 34%, ενώ ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων δανείων με καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών προς το σύνολο δανείων θα διαμορφωθεί στο 20%, με μείωση την περίοδο Ιουνίου 2016-Δεκεμβρίου 2019 κατά περίπου 40 δισ. ευρώ ή 38%.

Πηγή: Ναυτεμπορική



Join the Conversation